Ο Σπύρος Παπαδόπουλος δεν είναι από τους ανθρώπους που χρειάζονται πολλές συστάσεις. Η πορεία του στο θέατρο και την τηλεόραση έχει αφήσει το δικό της αποτύπωμα, όμως ο ίδιος εξακολουθεί να μιλά για τη δουλειά, τις επιλογές και τη ζωή του χωρίς περιστροφές. Σε μια συζήτηση που κινείται από το σανίδι και τους ρόλους μέχρι το μπουζούκι, τη μοναχικότητα και τον Πειραιά των παιδικών του χρόνων, αποκαλύπτει μικρές πλευρές του εαυτού του και τη φιλοσοφία με την οποία αντιμετωπίζει ακόμη και σήμερα τα πράγματα.
Ο Σπύρος Παπαδόπουλος μιλά για τη σχέση του με το θέατρο και εξηγεί γιατί εξακολουθεί να το θεωρεί τον φυσικό χώρο του ηθοποιού: «Πάνω στη σκηνή είναι που εμείς λειτουργούμε και, μπορώ να σου πω, αυτό είναι η ζωή μας. Υποκριτική ουσιαστικά είναι το σανίδι». Όπως λέει, ακόμη και όταν παίζει κανείς το ίδιο έργο κάθε βράδυ, χρειάζεται να βρίσκει τρόπους να ανανεώνεται: «Κάθε βράδυ κάτι πρέπει να σκέφτεσαι. Τουλάχιστον εγώ αυτό κάνω. Να βάζεις μικρά στοιχηματάκια, ώστε να ανανεώνεσαι, να μην είναι μία στείρα αναπαραγωγή».
Όταν η κουβέντα περνά στην προσωπική του ζωή, ο ίδιος δεν κρύβει ότι αγαπά τη μοναχικότητα και τις μικρές αποδράσεις: «Πηγαίνω, βρίσκω μικρά νησάκια, μικρές παραλίες που είμαι μόνος μου, αράζω. Διαβάζω, κολυμπάω».
Παράλληλα, μιλά με ενθουσιασμό για το μπουζούκι και αποκαλύπτει πως το πρώτο του ήταν δώρο του Χρήστου Νικολόπουλου! «Από αυτόν ξεκίνησα, γιατί μου χάρισε το πρώτο μου μπουζούκι. Μου το έχει χαρίσει ο Χρήστος. Από αυτόν ξεκίνησα, γιατί μου χάρισε το πρώτο μου μπουζούκι. Μου το ’χει χαρίσει ο Χρήστος. Ναι. Και μου έλεγε «Τι γίνεται;». Δεν είχα χρόνο εγώ και κάποια στιγμή λέω «πρέπει να βρω χρόνο...». Και παραδέχεται πως το όνειρό του είναι «να φτάσω να παίζω μαζί με έναν καλό επαγγελματία και να τον συνοδεύω λιγάκι»
Ο Πειραιάς παραμένει ένα από τα πιο δυνατά κομμάτια της ταυτότητάς του. Αν μπορούσε να επιστρέψει για μία ημέρα στα παιδικά του χρόνια, θα πήγαινε «στο σπίτι μου, το οποίο δεν υπάρχει βέβαια. Ήταν μια αυλή των θαυμάτων, δωματιάκια γύρω γύρω, στη μέση μια αυλή και στην άκρη μια τουαλέτα για όλους».
Από εκείνη την εποχή κρατά και μια συγκεκριμένη στάση απέναντι στη ζωή: «Ό,τι γίνει, να γίνει σήμερα, γιατί αύριο δεν ξέρεις». Και για τους Πειραιώτες λέει χαρακτηριστικά πως «έχουν μια μαγκιά, μία ντομπροσύνη». «Μία συμπεριφορά που μετακυλίεται με τους χρόνους από τον έναν στον άλλον και εγκαθιδρύεται στο μυαλό των ανθρώπων. Ε, έχουνε, ξέρεις, μια μαγκιά, μία ντομπροσύνη, ας πούμε.
Απ’ την άλλη, μία αντρίλα η οποία είναι περιττή τελείως, ότι ξέρεις «ποιος είμαι εγώ» και κάτι το οποίο μέχρι ένα σημείο έχει πλάκα, από ένα σημείο και μετά είναι ενοχλητικό. Τότε τουλάχιστον που ζούσαμε εμείς, ξύλο για το τίποτα. Αλλά μετά το ξύλο, παρέα, μπίρες, κανένα πρόβλημα. Και, ας πούμε, μια -χοντρικά θα έλεγε κανείς- μια εντιμότητα. Αλλά χοντρικά. Δεν τα αγιοποιούμε όλα και τα εξωραΐζουμε»

