Από την ξαφνική απόφαση να γίνει ηθοποιός μέχρι τις δύσκολες συνθήκες στον χώρο του θεάτρου, η Ιωάννα Πηλιχού μιλά με ειλικρίνεια για τη διαδρομή της, τις προσωπικές της σχέσεις, την τοξικότητα και όσα θα ήθελε να γνωρίζει όταν έκανε τα πρώτα της βήματα.
Η Ιωάννα Πηλιχού θυμάται τον εαυτό της ως ένα ιδιαίτερα ενεργητικό και κοινωνικό παιδί, που αγαπούσε εξίσου το διάβασμα και το παιχνίδι. Μεγάλωσε στην επαρχία, σε μια εποχή κατά την οποία τα παιδιά μπορούσαν να εξερευνούν, να τρέχουν και να παίζουν με μεγαλύτερη ελευθερία. Ήταν πολύ καλή μαθήτρια, μάθαινε ξένες γλώσσες και είχε από νωρίς ένα οργανωμένο πρόγραμμα. Στην εφηβεία της έθετε συγκεκριμένους στόχους και γνώριζε πως, για να τους πετύχει, έπρεπε να συνδυάζει τη διασκέδαση με το διάβασμα και την πειθαρχία.
Αρχικά πέρασε στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών. Η υποκριτική δεν αποτελούσε κάποιο παιδικό όνειρο ούτε ένα προσεκτικά σχεδιασμένο επαγγελματικό πλάνο. Η απόφαση ήρθε σχεδόν κινηματογραφικά, ενώ περπατούσε στην οδό Αριστοτέλους και παρατήρησε μια δραματική σχολή. Εκείνη τη στιγμή τηλεφώνησε σε μια φίλη της και της ανακοίνωσε πως αποφάσισε να γίνει ηθοποιός.
Μπήκε στη σχολή και ρώτησε τι χρειαζόταν για να ακολουθήσει το επάγγελμα. Αφού διάβασε ένα κείμενο μπροστά στον ιδιοκτήτη και εκείνος της είπε ότι «τα λέει», ανακοίνωσε την απόφασή της στους γονείς της, προκαλώντας τους αρχικά σοκ. Φοίτησε για έναν χρόνο σε ιδιωτική δραματική σχολή και στη συνέχεια έδωσε εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, όπου και πέρασε.
Η εξαντλητική εκπαίδευση στο ΚΘΒΕ
Η φοίτησή της στο ΚΘΒΕ ήταν απαιτητική τόσο σωματικά όσο και ψυχικά. Τα μαθήματα διαρκούσαν από τις εννέα το πρωί μέχρι τις εννέα το βράδυ, με μόλις μισή ώρα διαλείμματος. Οι σπουδαστές περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας σε υπόγειες αίθουσες, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζουν πολλές φορές ούτε τι καιρό έκανε έξω.
Όπως θυμάται, όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές της χρειάστηκαν μήνες για να συνηθίσει ότι μπορούσε να κάθεται το μεσημέρι στον ήλιο και να πίνει έναν καφέ χωρίς να αισθάνεται πως παραμελεί κάποια υποχρέωση. Παρά τη σκληρότητα του προγράμματος, θεωρεί ότι η σχολή την προετοίμασε για τις πολύωρες πρόβες, τα γυρίσματα και τις δύσκολες συνθήκες που θα συναντούσε αργότερα στο επάγγελμα.
Παράλληλα, όμως, αναγνωρίζει ότι μέσα από αυτή την εκπαίδευση οι σπουδαστές μάθαιναν συχνά να μη διαμαρτύρονται. Περιγράφει χαρακτηριστικά Σαββατοκύριακα κατά τα οποία οι φοιτητές περίμεναν επί ώρες μια καθηγήτρια που τελικά δεν εμφανιζόταν, χωρίς να τους επιτρέπεται να φύγουν, καθώς θα χρεώνονταν απουσία. Όταν η ίδια αντέδρασε, αντιμετωπίστηκε σαν να μην είχε καταλάβει τις απαιτήσεις του επαγγέλματος.
«Ζήτησα τα δεδουλευμένα μου και με χαρακτήρισαν δύσκολη»
Για την Ιωάννα Πηλιχού, μία από τις μεγαλύτερες παθογένειες του θεατρικού χώρου είναι η αντίληψη ότι ο ηθοποιός πρέπει να υπομένει τα πάντα επειδή αγαπά την τέχνη του. Έχει βρεθεί σε δουλειά από την οποία δεν πληρώθηκε και, όταν επέμεινε να λάβει τα δεδουλευμένα της και απευθύνθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας, έμαθε ότι χαρακτηρίστηκε «δύσκολη» και ότι η στάση της μπορούσε να λειτουργήσει εις βάρος της σε μελλοντικές συνεργασίες.
Αντίστοιχα, έχει αρνηθεί προτάσεις στις οποίες η αμοιβή βασιζόταν αποκλειστικά σε πολύ μικρά ποσοστά. Όταν της απάντησαν πως «εδώ κάνουμε θέατρο» και πως η τέχνη είναι το χόμπι των ανθρώπων του χώρου, εκείνη ξεκαθάρισε ότι για την ίδια το θέατρο δεν είναι χόμπι.
Μπορεί να αγαπά βαθιά την υποκριτική, αλλά επιμένει πως πρόκειται για ένα επάγγελμα από το οποίο οι άνθρωποι πρέπει να μπορούν να ζουν, να πληρώνουν τα έξοδά τους και να αμείβονται για την εργασία τους.
Γιατί οι δραματικοί ρόλοι είναι δυσκολότεροι
Σε αντίθεση με πολλούς συναδέλφους της, που θεωρούν την κωμωδία δυσκολότερη, η ίδια πιστεύει ότι οι δραματικοί ρόλοι έχουν μεγαλύτερη συναισθηματική απαίτηση. Για να αποδώσει μια απώλεια ή έναν βαθύ πόνο, ο ηθοποιός συχνά χρειάζεται να ανασύρει προσωπικές μνήμες και τραύματα που θα προτιμούσε να έχει αφήσει πίσω του.
Αυτή η διαδικασία μπορεί να είναι επίπονη, αλλά ταυτόχρονα λειτουργεί λυτρωτικά και, σε έναν βαθμό, ψυχοθεραπευτικά. Ως καθηγήτρια υποκριτικής εξηγεί στους μαθητές της ότι κάθε συναίσθημα έχει τη δική του αναπνοή. Δεν αρκεί, όπως λέει, να εμφανιστεί τεχνικά ένα δάκρυ στο μάτι. Πρέπει το συναίσθημα να έχει περάσει μέσα από ολόκληρο το σώμα, ώστε να αποδοθεί με αλήθεια.
Η ειλικρίνεια, οι φίλοι και η τοξικότητα
Στις προσωπικές της σχέσεις περιγράφει τον εαυτό της ως πιστό, ευθύ και απόλυτα ειλικρινή άνθρωπο. Δεν θέλει να χαϊδεύει αυτιά, αλλά ούτε και να της χαϊδεύουν τα δικά της. Θεωρεί ότι οι πραγματικές φιλίες χτίζονται με τον χρόνο, τις πράξεις, την αλήθεια και την αγνή πρόθεση.
Τα λάθη μπορούν να συγχωρεθούν και να διορθωθούν. Η συνειδητή κακή πρόθεση, όμως, αποτελεί για εκείνη αδιαπραγμάτευτο όριο. Όταν αντιληφθεί ότι κάποιος θέλησε εσκεμμένα να την πληγώσει, δύσκολα υπάρχει επιστροφή.
Δεν την απασχολεί να είναι αρεστή σε όλους. Αντίθετα, πιστεύει ότι η προσπάθεια να ταιριάξει κανείς με τους πάντες μπορεί να τον οδηγήσει στο να χάσει την προσωπικότητά του. Θέλει οι άνθρωποι να βρίσκονται κοντά της επειδή εκτιμούν πραγματικά αυτό που είναι, είτε πρόκειται για φίλους και συντρόφους είτε για επαγγελματικές συνεργασίες.
Μιλά, επίσης, για μια προσωπική σχέση με έναν άνθρωπο που παρουσίαζε τοξική, χειριστική και κακοποιητική συμπεριφορά. Τα χαρακτηριστικά αυτά δεν φάνηκαν από την αρχή, αλλά αποκαλύφθηκαν σταδιακά. Η εμπειρία την επηρέασε βαθιά και της έδειξε πόσο εύκολα ένας χειριστικός άνθρωπος μπορεί να κάνει τον άλλον να αμφισβητεί τον εαυτό του και να αισθάνεται υπεύθυνος για όλα.
Η ίδια δοκίμασε την ψυχοθεραπεία, χωρίς να αισθανθεί ότι τη βοήθησε στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Το μεγαλύτερο στήριγμά της υπήρξαν οι στενοί της φίλοι, τους οποίους θεωρεί την οικογένεια που επιλέγουμε. Είναι οι άνθρωποι που την άκουσαν για ατελείωτες ώρες, της είπαν την αλήθεια ακόμη και όταν δεν ήταν ευχάριστη και τη βοήθησαν να ξαναβρεί την ισορροπία της.
«Δεν είναι όλα τόσο ρόδινα όσο νομίζεις»
Αν μπορούσε να επιστρέψει στην ημέρα που είδε τη σχολή θεάτρου στην Αριστοτέλους και αποφάσισε να γίνει ηθοποιός, θα προειδοποιούσε τη νεότερη Ιωάννα ότι τα πράγματα δεν θα ήταν τόσο ρόδινα όσο τα φανταζόταν.
Υπήρξαν συνεργασίες και θεατρικές σεζόν που την κατέβαλαν ψυχολογικά. Άνθρωποι με δύναμη, εμπειρία ή αναγνωρισιμότητα μπορούσαν να καθορίσουν το κλίμα μιας ολόκληρης δουλειάς. Υπήρχαν βράδια που επέστρεφε στο σπίτι της κλαίγοντας και αναρωτιόταν αν έπρεπε να εγκαταλείψει το επάγγελμα.
Παρέμεινε, όμως, χωρίς να θελήσει να γίνει σαν εκείνους που την πλήγωσαν. Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο στοιχείο της διαδρομής της: συνέχισε να υπηρετεί την τέχνη της, διεκδικώντας ταυτόχρονα την αξιοπρέπεια, την ειλικρίνεια και το δικαίωμα να παραμένει ο εαυτός της.
