Μπορεί μια εκλογική ήττα του Μπέντζαμιν Νετανιάχου να αλλάξει την πολιτική του Ισραήλ απέναντι στους Παλαιστινίους; Με τις ισραηλινές εκλογές να διεξάγονται εν μέσω φορτισμένου κλίματος, το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η χώρα καλείται να αποφασίσει για την επόμενη κυβέρνησή της, τρία χρόνια μετά τις αιματηρές επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023 και τον πόλεμο που σάρωσε τη Λωρίδα της Γάζας.
Ωστόσο, μια ενδεχόμενη αλλαγή στην ηγεσία του Ισραήλ δεν συνεπάγεται απαραίτητα και μια ριζική στροφή στην εθνική στρατηγική απέναντι στο Παλαιστινιακό. Τόσο ο σημερινός πρωθυπουργός, Μπέντζαμιν Νετανιάχου, όσο και ο βασικός πολιτικός του αντίπαλος, Γκάντι Αϊζενκοτ, αντιτίθενται σθεναρά στη δημιουργία ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους. Παράλληλα, διατηρούν ιδιαίτερα σκληρή στάση απέναντι στη Χαμάς και εμφανίζονται διατεθειμένοι να διατηρήσουν τη στρατιωτική πίεση στη Γάζα εάν η οργάνωση δεν αφοπλιστεί πλήρως.
Υπάρχουν, εντούτοις, ουσιαστικές διαφορές στον τρόπο με τον οποίο οι δύο άνδρες αντιμετωπίζουν την επέκταση των ισραηλινών εποικισμών στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, αλλά και στους πολιτικούς συμμάχους στους οποίους θα στηριχθούν για να σχηματίσουν κυβέρνηση. Αυτές οι αποκλίσεις ενδέχεται να καθορίσουν την καθημερινότητα των Παλαιστινίων και την κατεύθυνση της περιοχής την επόμενη ημέρα των καλπών.
Δυτική Όχθη: Η βασική διαφορά ανάμεσα σε Νετανιάχου και Αϊζενκοτ
Η πολιτική των εποικισμών αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σημεία διαφοροποίησης των δύο διεκδικητών της εξουσίας. Εκατοντάδες χιλιάδες Ισραηλινοί ζουν σήμερα σε οικισμούς στη Δυτική Όχθη, την οποία το Ισραήλ κατέλαβε στον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967. Η συντριπτική πλειονότητα της διεθνούς κοινότητας θεωρεί τους εποικισμούς παράνομους βάσει του διεθνούς δικαίου, θέση την οποία αμφισβητεί σταθερά το Τελ Αβίβ.
Επί πρωθυπουργίας Νετανιάχου, οι εποικισμοί έχουν επεκταθεί με ταχείς ρυθμούς, συμπεριλαμβανομένης της ανέγερσης αυθαίρετων φυλακίων ακόμη και σε περιοχές που υπάγονται στη διοικητική αρμοδιότητα της Παλαιστινιακής Αρχής, όπου η εγκατάστασή τους απαγορεύεται από την ίδια την ισραηλινή νομοθεσία. Την ίδια περίοδο έχουν αυξηθεί ραγδαία οι επιθέσεις ακραίων εποίκων εναντίον Παλαιστινίων, με τους επικριτές της κυβέρνησης να κατηγορούν το περιβάλλον Νετανιάχου για ανοχή ή και συγκάλυψη της βίας.
Ο Αϊζενκοτ, από την πλευρά του, δεν αντιτίθεται συνολικά στην ύπαρξη των ισραηλινών εποικισμών, υποστηρίζει όμως ότι πρέπει να συμμορφώνονται αυστηρά με την ισραηλινή νομοθεσία. Έχει ταχθεί κατά των μη εγκεκριμένων οικισμών, δεσμεύεται να απομακρύνει όσους βρίσκονται σε παράνομες ζώνες και δηλώνει ότι θα επιβάλει την τάξη απέναντι στη βία των εποίκων. Διαφωνεί επίσης με την απόφαση της κυβέρνησης Νετανιάχου να προχωρήσει στην οικοδόμηση στην αμφιλεγόμενη περιοχή Ε1, ένα σχέδιο που θα διχοτομούσε γεωγραφικά τη Δυτική Όχθη, αποκόπτοντάς την από την Ανατολική Ιερουσαλήμ και εξαλείφοντας κάθε προοπτική για βιώσιμο παλαιστινιακό κράτος.
Παλαιστινιακό κράτος: Γιατί δεν αναμένεται μεγάλη ανατροπή
Παρά τις διαφορές τους στη Δυτική Όχθη, Νετανιάχου και Αϊζενκοτ συμφωνούν απόλυτα στο πιο θεμελιώδες ζήτημα της σύγκρουσης: κανένας από τους δύο δεν αποδέχεται τη δημιουργία ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους δίπλα στο Ισραήλ.
Την ίδια αρνητική στάση υιοθετούν οι ηγέτες σχεδόν όλων των υπόλοιπων κομμάτων με εβραϊκή ηγεσία, γεγονός που αποτυπώνει πόσο έντονα έχει μετατοπιστεί προς τα δεξιά το ισραηλινό πολιτικό σκηνικό τα τελευταία χρόνια. Η στάση αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη λύση των δύο κρατών, η οποία αποτελούσε επί δεκαετίες τον πυλώνα των διεθνών ειρηνευτικών πρωτοβουλιών.
Και οι δύο υποψήφιοι υποστηρίζουν σταθερά ότι το Ισραήλ πρέπει να διατηρεί τον τελικό έλεγχο ασφαλείας σε ολόκληρη την περιοχή ανάμεσα στον ποταμό Ιορδάνη και τη Μεσόγειο Θάλασσα.
Η διαφορά έγκειται κυρίως στο εύρος των εδαφικών παρεμβάσεων που προτίθενται να επιτρέψουν. Η πρόθεση του Αϊζενκοτ να βάλει φρένο στην ανεξέλεγκτη επέκταση των εποικισμών θα διατηρούσε τις περιοχές στις οποίες οι Παλαιστίνιοι ασκούν σήμερα πολιτική αυτοδιοίκηση. Αντίθετα, στον κυβερνητικό συνασπισμό του Νετανιάχου συμμετέχουν κόμματα που ζητούν ανοιχτά την πλήρη προσάρτηση των κατεχόμενων παλαιστινιακών εδαφών στο Ισραήλ.
Γάζα: Τι θα συμβεί με τη Χαμάς και την παρουσία του IDF
Στη Λωρίδα της Γάζας, οι συγκλίσεις ανάμεσα στους δύο αντιπάλους είναι ακόμη πιο ορατές. Τρία χρόνια μετά τις επιθέσεις της Χαμάς που πυροδότησαν την ισραηλινή εισβολή, και έναν χρόνο μετά την εύθραυστη κατάπαυση του πυρός με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ, οι ισραηλινές δυνάμεις (IDF) εξακολουθούν να ελέγχουν περίπου τα δύο τρίτα του εδάφους της Γάζας.
Σχεδόν ολόκληρος ο πληθυσμός των δύο εκατομμυρίων Παλαιστινίων στοιβάζεται στο υπόλοιπο ένα τρίτο της περιοχής, ζώντας κυρίως σε καταυλισμούς με σκηνές ή σε μισοκατεστραμμένα κτίρια. Οι διπλωματικές προσπάθειες δεν έχουν καταφέρει μέχρι στιγμής να εξασφαλίσουν μια βιώσιμη συμφωνία για τον πλήρη αφοπλισμό της Χαμάς, την αποχώρηση του ισραηλινού στρατού και την έναρξη της ανοικοδόμησης υπό διεθνή εποπτεία.
Τόσο ο Νετανιάχου όσο και ο Αϊζενκοτ ξεκαθαρίζουν ότι οι ισραηλινές δυνάμεις δεν πρόκειται να αποχωρήσουν από τη Γάζα πριν εξουδετερωθεί η στρατιωτική απειλή της Χαμάς, δηλώνοντας έτοιμοι να διατάξουν νέες επιχειρήσεις.
Ωστόσο, ο Αϊζενκοτ προκρίνει μια διαφορετική τακτική προσέγγιση, θέτοντας ένα σαφές χρονοδιάγραμμα. Θεωρεί τη διατήρηση της Χαμάς στην εξουσία ως μείζονα αποτυχία και δεσμεύεται ότι εντός 18 μηνών από την ανάληψη της διακυβέρνησης θα έχει επιτύχει την αντικατάστασή της από μια νέα διοικητική δομή, είτε μέσω ενός διεθνούς σχεδίου υπό την αιγίδα των ΗΠΑ είτε μέσω στοχευμένης στρατιωτικής δράσης.
Οι κυβερνητικές συμμαχίες που καθορίζουν την επόμενη ημέρα
Μια άλλη καθοριστική διαφορά αφορά τη σύνθεση της επόμενης κυβέρνησης, η οποία θα διαμορφώσει το εύρος της πολιτικής πίεσης προς τους Παλαιστινίους.
Ο Νετανιάχου στηρίζεται σήμερα σε έναν συνασπισμό με ακροδεξιές εθνικιστικές ομάδες, υπό την ηγεσία των Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ και Μπεζαλέλ Σμότριτς. Οι δύο αυτοί υπουργοί, προερχόμενοι από το κίνημα των εποίκων, υποστηρίζουν την πλήρη προσάρτηση της Δυτικής Όχθης και έχουν βρεθεί στο στόχαστρο διεθνών κυρώσεων για υποκίνηση βίας. Παράλληλα, ο Νετανιάχου βασίζεται στη στήριξη των υπερορθόδοξων θρησκευτικών κομμάτων, που απαιτούν εξαιρέσεις από τη στρατιωτική θητεία για τους σπουδαστές των θρησκευτικών σχολών.
Ο Αϊζενκοτ αναμένεται να αναζητήσει συμμάχους σε κεντρώα και δεξιά κόμματα της αντιπολίτευσης, αποφεύγοντας ακραίες προσωπικότητες τύπου Μπεν Γκβιρ. Επειδή η βάση του αντιτίθεται σθεναρά στις εξαιρέσεις των υπερορθόδοξων από τον στρατό, η συνεργασία του με τα θρησκευτικά κόμματα θεωρείται εξαιρετικά δύσκολη.
Για να επιτύχει πλειοψηφία και να ανατρέψει τον Νετανιάχου, ο Αϊζενκοτ πιθανότατα θα χρειαστεί τη στήριξη των «Δημοκρατών» —του πολιτικού σχηματισμού που ενσωμάτωσε την ιστορική κεντροαριστερή Εργατική Παράταξη. Οι Δημοκράτες αποτελούν πλέον το μοναδικό υπολογίσιμο κόμμα με εβραϊκή ηγεσία που τάσσεται ανοιχτά υπέρ της λύσης των δύο κρατών, γεγονός που θα μπορούσε να ασκήσει κάποια μετριαστική επιρροή στο κυβερνητικό πρόγραμμα.
Υπάρχει, ωστόσο, μια κοινή κόκκινη γραμμή που διατηρούν και οι δύο πλευρές: τόσο ο Νετανιάχου όσο και ο Αϊζενκοτ έχουν αποκλείσει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο να σχηματίσουν κυβέρνηση συνασπισμού με τα κόμματα που εκπροσωπούν τους Ισραηλινούς πολίτες παλαιστινιακής καταγωγής (οι οποίοι αποτελούν το 20% του πληθυσμού του Ισραήλ). Αυτός ο αποκλεισμός επιβεβαιώνει ότι, ανεξαρτήτως νικητή, το πολιτικό πλαίσιο γύρω από το Παλαιστινιακό θα παραμείνει αυστηρά οριοθετημένο εντός των ορίων της ισραηλινής δεξιάς και κεντροδεξιάς συναίνεσης.





Πάσχα
Eurovision
Summer
Xmas
