Με μια κίνηση φορτισμένη με γεωπολιτικά και οικονομικά μηνύματα, η Κεντρική Τράπεζα της Ολλανδίας ανακοίνωσε τη μεταφορά 86 τόνων από τα αποθέματα χρυσού της, από τις ΗΠΑ και τον Καναδά προς το Λονδίνο, επικαλούμενη την «αυξανόμενη γεωπολιτική αναταραχή». Η τεράστια αυτή επιχείρηση, που κράτησε από τον Μάρτιο έως τον Αύγουστο, πυροδοτήθηκε από την κλιμακούμενη παγκόσμια αβεβαιότητα, τις εμπορικές εντάσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Οτάβας, καθώς και τους κραδασμούς που προκαλεί στη διεθνή οικονομία η συνεχιζόμενη σύγκρουση των ΗΠΑ με το Ιράν.
Με μια κίνηση φορτισμένη με γεωπολιτικά και οικονομικά μηνύματα, η Κεντρική Τράπεζα της Ολλανδίας ανακοίνωσε τη μεταφορά 86 τόνων από τα αποθέματα χρυσού της, από τις ΗΠΑ και τον Καναδά προς το Λονδίνο, επικαλούμενη την «αυξανόμενη γεωπολιτική αναταραχή».
Η τεράστια αυτή επιχείρηση, που κράτησε από τον Μάρτιο έως τον Αύγουστο, πυροδοτήθηκε από την κλιμακούμενη παγκόσμια αβεβαιότητα, τις εμπορικές εντάσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Οτάβας, καθώς και τους κραδασμούς που προκαλεί στη διεθνή οικονομία η συνεχιζόμενη σύγκρουση των ΗΠΑ με το Ιράν.
Ενίσχυση ετοιμότητας και ρευστότητας
«Με αυτό το βήμα, βελτιώσαμε την ικανότητα ανάπτυξης των αποθεμάτων χρυσού. Υποθέτουμε ότι δεν θα χρειαστεί ποτέ να αναπτύξουμε τον χρυσό, αλλά είναι παρόλα αυτά απαραίτητο να ενισχύσουμε την ανθεκτικότητα και την ετοιμότητά μας», δήλωσε ο πρόεδρος της DNB, Όλαφ Σλάιπεν.
Ο χρυσός που κρατείται στην Τράπεζα της Αγγλίας «θεωρείται ο πιο εύκολα διαπραγματεύσιμος χρυσός στον κόσμο» και ως εκ τούτου είναι πιο άμεσα διαθέσιμος σε περίπτωση κρίσης, σε σχέση με το ενδεχόμενο να παρέμενε στις ΗΠΑ ή τον Καναδά. Το συνολικό απόθεμα χρυσού της Ολλανδίας ανήλθε σε 612,4 τόνους και αποτιμήθηκε σε 72,2 δισεκατομμύρια ευρώ στο τέλος του 2025, σύμφωνα με την DNB.
Στόχος της μεταφοράς είναι η διασφάλιση της άμεσης ρευστότητας των αποθεμάτων, καθώς η αγορά του Λονδίνου θεωρείται η πλέον βαθιά και ευέλικτη παγκοσμίως. Το πολύτιμο μέταλλο που φυλάσσεται πλέον στην Τράπεζα της Αγγλίας μπορεί να αξιοποιηθεί, να διακινηθεί ή να δανειστεί σε άλλα τραπεζικά ιδρύματα με πολύ ταχύτερους ρυθμούς σε σύγκριση με τα αποθέματα που παρέμεναν στη Νέα Υόρκη και την Οτάβα.
Πώς έγινε η επιχείρηση μεταφοράς
Η εκτέλεση του σχεδίου βασίστηκε σε έναν εξαιρετικά περίπλοκο συνδυασμό φυσικής μεταφοράς και χρηματοοικονομικών συναλλαγών. Περισσότεροι από 27 τόνοι ράβδων μεταφέρθηκαν αεροπορικώς και μέσω θαλάσσης προς το Ζάιστ της Ολλανδίας και στη συνέχεια κατέληξαν στο Λονδίνο, χωρίς να χρειαστεί η επανατήξη τους.
Το υπόλοιπο μέρος της επιχείρησης ολοκληρώθηκε μέσω της πώλησης χρυσού στις αμερικανικές αγορές και της ταυτόχρονης επαναγοράς του στη βρετανική πρωτεύουσα. Αυτή η διπλή στρατηγική επέτρεψε στον οργανισμό να διασπείρει τους σημαντικούς κινδύνους που ενέχει η μετακίνηση ενός τόσο μεγάλου αποθέματος χρυσού.
Νέα κατανομή αποθεμάτων και αντίκτυπος στις αγορές
Με την ολοκλήρωση της επιχείρησης, η κατανομή των ολλανδικών αποθεμάτων, που αποτιμώνται στα 72,2 δισεκατομμύρια ευρώ, άλλαξε ριζικά. Το ποσοστό του χρυσού που διατηρείται στο Λονδίνο εκτοξεύθηκε στο 32,1%, ενώ τα αποθέματα σε ΗΠΑ και Καναδά περιορίστηκαν στο 18,5% για κάθε χώρα.
Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι, αν και προς το παρόν πρόκειται για μεμονωμένη κίνηση, η επιλογή της Ολλανδίας να απομακρύνει τον χρυσό της από την αμερικανική ήπειρο ενδέχεται να κλονίσει την εμπιστοσύνη προς το οικονομικό σύστημα των ΗΠΑ, ανοίγοντας τον δρόμο και για άλλες κεντρικές τράπεζες να ακολουθήσουν παρόμοια στρατηγική.
Το ευρύτερο γεωπολιτικό και εμπορικό πλαίσιο
Ο Λοράν Σβαρτς, πρόεδρος του Εθνικού Παρατηρητηρίου Χρυσού με έδρα το Παρίσι, το οποίο διευκολύνει το εμπόριο χρυσού στη Γαλλία, δήλωσε ότι οι κεντρικές τράπεζες μετακινούν τα αποθεματικά τους εδώ και περίπου μια δεκαετία. «Το τρέχον πολιτικό πλαίσιο στις Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται επίσης να ωθήσει ορισμένες κεντρικές τράπεζες να ευνοήσουν άλλες τοποθεσίες αποθήκευσης», είπε.
Η ολλανδική πρωτοβουλία εκδηλώθηκε σε μια περίοδο οξύτατης εμπορικής αντιπαράθεσης μεταξύ Ουάσινγκτον και Οτάβας, η οποία κλιμακώθηκε με την επιβολή εκατέρωθεν δασμών μετά την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων. Η καναδική οικονομία δέχεται ισχυρό πλήγμα από τους αμερικανικούς δασμούς σε κομβικούς κλάδους, όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο, η ξυλεία και η αυτοκινητοβιομηχανία, ενώ η κατάσταση επιβαρύνθηκε περαιτέρω τον Αύγουστο με την επιβολή πρόσθετου δασμού 50% σε καναδικά προϊόντα αξίας 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων.





Πάσχα
Eurovision
Summer
Xmas
