Οι επιστήμονες προειδοποιούν: Τι σχέση έχουν τα ακραία καιρικά φαινόμενα με τον χανταϊό
Όλα συνδέονται
Γράφει η ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΟΥ Δημοσίευση 12/5/2026 | 00:23

Η κλιματική αλλαγή φαίνεται πως μπορεί να επηρεάζει έμμεσα την εξάπλωση του χανταϊού, σύμφωνα με επιστήμονες που μελετούν τη συμπεριφορά του ιού και των τρωκτικών που τον μεταφέρουν.
Πριν από περίπου τρεις δεκαετίες στην Παταγονία καταγράφηκε για πρώτη φορά η πιθανότητα μετάδοσης του χανταϊού από άνθρωπο σε άνθρωπο, καθώς μέχρι τότε θεωρούνταν ότι ο ιός μεταδιδόταν αποκλειστικά μέσω επαφής με μολυσμένα τρωκτικά.
Λίγα χρόνια αργότερα, νέο ξέσπασμα στην ίδια περιοχή ενίσχυσε αυτή τη θεωρία. Ένα κρούσμα που συμμετείχε σε κοινωνική εκδήλωση φέρεται να οδήγησε σε αλυσίδα μολύνσεων, η οποία συνδέθηκε με 11 θανάτους, αποκαλύπτοντας πόσο επικίνδυνες μπορούν να γίνουν τέτοιες συνθήκες.
Το θέμα επανήλθε στο προσκήνιο μετά τα πρόσφατα περιστατικά στο κρουαζιερόπλοιο MV Hondius, όπου τρεις άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εξετάζει το ενδεχόμενο οι μολύνσεις να είχαν συμβεί πριν από την επιβίβαση, ξεκαθαρίζοντας πάντως ότι δεν υπάρχει σενάριο πανδημίας.
Οι ειδικοί υπενθυμίζουν ότι στην Αργεντινή καταγράφονται εδώ και χρόνια περιστατικά της λεγόμενης «ανδικής» παραλλαγής του χανταϊού, η οποία έχει συνδεθεί με περιορισμένη διαπροσωπική μετάδοση. Παρόλα αυτά, οι αριθμοί των κρουσμάτων παραμένουν σχετικά σταθεροί σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ρόλος των καιρικών συνθηκών στη συμπεριφορά των τρωκτικών. Περίοδοι ξηρασίας, έντονες βροχοπτώσεις και αλλαγές στη βλάστηση επηρεάζουν τον πληθυσμό τους και αυξάνουν τις πιθανότητες επαφής με ανθρώπους.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, επιστήμονες εξηγούν ότι η κλιματική αλλαγή μπορεί να δημιουργεί συνθήκες που ευνοούν την εμφάνιση του ιού σε νέες περιοχές ή την αύξηση των κρουσμάτων. Παρ’ όλα αυτά, ο ΠΟΥ επισημαίνει ότι ο κίνδυνος για τον γενικό πληθυσμό παραμένει χαμηλός, καθώς η μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο δεν θεωρείται εύκολη.
Τα περισσότερα περιστατικά χανταϊού καταγράφονται σε Ασία και Ευρώπη, ενώ στη Λατινική Αμερική η Αργεντινή εμφανίζει τα υψηλότερα ποσοστά στην περιοχή. Οι ειδικοί τονίζουν ακόμη ότι η θνητότητα διαφέρει ανάλογα με το στέλεχος του ιού και τη γεωγραφική περιοχή, με τις πιο σοβαρές μορφές να εντοπίζονται κυρίως στην αμερικανική ήπειρο.
Την ίδια στιγμή, επιστήμονες και διεθνείς οργανισμοί υπογραμμίζουν πως η αντιμετώπιση τέτοιων ασθενειών απαιτεί σταθερή επένδυση στην έρευνα, τη δημόσια υγεία και την περιβαλλοντική παρακολούθηση, καθώς οι επιδημίες δεν περιορίζονται από σύνορα και μπορούν να εξελιχθούν γρήγορα χωρίς επαρκή προετοιμασία






