Καθώς οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αναζητούν αναχώματα απέναντι στις βλέψεις του Ντόναλντ Τραμπ για το ιδιότυπο καθεστώς της Γροιλανδίας, μια ριζοσπαστική θεωρία κερδίζει έδαφος στους κύκλους των επενδυτών: η χρήση ενός οικονομικού «πυρηνικού» όπλου που θα μπορούσε να παραλύσει τις ΗΠΑ.
Η Ευρώπη κρατά στα χέρια της αμερικανικά ομόλογα και μετοχές αξίας αστρονομικών τρισεκατομμυρίων. Σύμφωνα με τον Γκρεγκ Ρίτσι του Bloomberg, μια συντονισμένη πώληση αυτών των τίτλων ως αντίποινα σε έναν εμπορικό πόλεμο θα εκτίναζε το κόστος δανεισμού της Ουάσινγκτον και θα προκαλούσε κραχ στη Wall Street, εκμεταλλευόμενη τη δομική εξάρτηση της Αμερικής από τα ξένα κεφάλαια.
Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών, τα assets που βρίσκονται σε χέρια εντός Ε.Ε. ξεπερνούν τα 10 τρισεκατομμύρια δολάρια, χωρίς να υπολογίζονται τα τεράστια αποθέματα στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Νορβηγία.
Ένας οικονομικός εκβιασμός με «δίκοπο μαχαίρι»
Η εργαλειοποίηση αυτών των κεφαλαίων, ωστόσο, μοιάζει με σενάριο υψηλού ρίσκου. Το μεγαλύτερο μέρος του ποσού αυτού ανήκει σε ιδιώτες και θεσμικούς επενδυτές εκτός κυβερνητικού ελέγχου, ενώ μια μαζική εκποίηση θα έπληττε αναπόφευκτα και τις ίδιες τις ευρωπαϊκές τσέπες. Παρά την απροθυμία των Βρυξελλών για μια τέτοια μετωπική σύγκρουση, το γεγονός ότι κορυφαίοι αναλυτές, όπως ο επικεφαλής στρατηγικής της Deutsche Bank, μιλούν πλέον ανοιχτά για «εργαλειοποίηση του κεφαλαίου», δείχνει ότι το γεωπολιτικό τοπίο μεταβάλλεται βίαια. «Το έλλειμμα διεθνών επενδύσεων των ΗΠΑ είναι μια υπαρξιακή απειλή για το δολάριο, αρκεί οι ξένοι να είναι διατεθειμένοι να επωμιστούν το κόστος της σύγκρουσης», τονίζει ο Κιτ Τζουκς της Societe Generale.
Η «αχίλλειος πτέρνα» της υπερδύναμης
Η μεγάλη αδυναμία της Αμερικής, παρά την παγκόσμια κυριαρχία της, εντοπίζεται στη διαρκή ανάγκη της να δανείζεται από τρίτους για να καλύπτει τα ελλείμματά της. Ο Τζορτζ Σαραβέλος της Deutsche Bank υπογραμμίζει πως σε ένα περιβάλλον όπου η δυτική συμμαχία διαρρηγνύεται, δεν είναι πλέον αυτονόητο ότι οι Ευρωπαίοι θα συνεχίσουν να χρηματοδοτούν την αμερικανική οικονομία.
Αν και αναλυτές της ING, υπό τον Κάρστεν Μπρζέσκι, εκτιμούν ότι η Ε.Ε. θα προτιμήσει μια ηπιότερη προσέγγιση —ίσως δίνοντας κίνητρα για επιστροφή κεφαλαίων στο ευρώ αντί για αναγκαστικές πωλήσεις δολαρίων— η απειλή παραμένει στο τραπέζι. Οποιαδήποτε απόπειρα «όπλισης» των ευρωπαϊκών επενδύσεων θα σήμαινε μια πρωτοφανή κλιμάκωση, μετατρέποντας τον σιγοβράζοντα εμπορικό πόλεμο σε μια ολοκληρωτική οικονομική σύρραξη με απρόβλεπτες συνέπειες για την παγκόσμια ευστάθεια.







