Πολύ πριν η Μύκονος συνδεθεί με τα beach bars και την κοσμοπολίτικη ζωή, το νησί βρέθηκε στο επίκεντρο μιας ιστορίας που μοιάζει βγαλμένη από ταινία τρόμου. Το περιστατικό κατέγραψε ο Γάλλος βοτανολόγος και περιηγητής Ζοζέφ Πιτόν ντε Τουρνεφόρ, ο οποίος ταξίδεψε στην Ανατολική Μεσόγειο από το 1700 έως το 1702, κατόπιν εντολής του Λουδοβίκου ΙΔ΄.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ένας κακότροπος και φιλοκαβγατζής χωρικός δολοφονήθηκε άγνωστο από ποιον και θάφτηκε σε παρεκκλήσι. Δύο ημέρες αργότερα, άρχισαν να κυκλοφορούν ιστορίες ότι ο νεκρός περπατούσε τη νύχτα, έσβηνε λυχνάρια, μετακινούσε αντικείμενα, χτυπούσε τους κατοίκους και άδειαζε δοχεία με κρασί.
Αρχικά οι αφηγήσεις αντιμετωπίστηκαν με γέλια. Όταν, όμως, άρχισαν να παραπονιούνται και επιφανείς κάτοικοι, ο φόβος εξαπλώθηκε. Τη δέκατη ημέρα ο τάφος ανοίχτηκε και ένας χασάπης αφαίρεσε την καρδιά του νεκρού, η οποία κάηκε στην ακτή. Τα υποτιθέμενα περιστατικά συνεχίστηκαν, ενώ οικογένειες εγκατέλειπαν τα σπίτια τους και σκέφτονταν να φύγουν για τη Σύρο ή την Τήνο.
Τελικά, οι αρχές μετέφεραν το πτώμα στην περιοχή του Αγίου Γεωργίου και το έκαψαν ολόκληρο την 1η Ιανουαρίου 1701. Από εκείνη τη στιγμή οι καταγγελίες σταμάτησαν.
Ο Τουρνεφόρ δεν πίστεψε ποτέ ότι είχε συναντήσει υπερφυσικό πλάσμα. Αντιμετώπισε το γεγονός ως συλλογικό πανικό, σημειώνοντας μάλιστα ότι κάποιοι επιτήδειοι πιθανόν εκμεταλλεύονταν τα εγκαταλελειμμένα σπίτια. Ο μυκονιάτικος «βρυκόλακας» δεν έμοιαζε με τον μεταγενέστερο Δράκουλα, αλλά με τον βρυκόλακα της ελληνικής παράδοσης: έναν νεκρό που θεωρούνταν ότι επέστρεφε και ενοχλούσε τους ζωντανούς.





Πάσχα
Eurovision
Summer
Xmas
