Η κατάρρευση της αμερικανικής «ομπρέλας» ασφαλείας υπό το βάρος του σκεπτικισμού του Ντόναλντ Τραμπ σπρώχνει την Ευρώπη σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Με το ΝΑΤΟ να κλονίζεται, η Γαλλία αναδεικνύεται στο μοναδικό στρατηγικό ανάχωμα της ηπείρου.
Στις 2 Μαρτίου, από τη ναυτική βάση της Μπρεστ, ο Εμανουέλ Μακρόν θα ξεδιπλώσει το σχέδιό του: την πιθανή επέκταση της γαλλικής πυρηνικής προστασίας στους ευρωπαίους εταίρους. Καθώς η Ουάσινγκτον δείχνει όλο και λιγότερο πρόθυμη να δεσμευτεί άνευ όρων για την άμυνα της Ευρώπης, οι Βρυξέλλες αναζητούν εναγωνίως ένα πυρηνικό δίχτυ ασφαλείας που δεν θα εξαρτάται από τον Λευκό Οίκο.
Η γαλλική «μοναχική» ισχύς ως ευρωπαϊκός εγγυητής
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Παρίσι επέλεξε τον δρόμο της στρατηγικής αυτονομίας, χτίζοντας ένα αυτόνομο πυρηνικό πρόγραμμα που δεν βασίζεται σε αμερικανική τεχνογνωσία—σε πλήρη αντίθεση με το Ηνωμένο Βασίλειο και τους πυραύλους Trident. Σήμερα, η Γαλλία διαθέτει την τέταρτη μεγαλύτερη πυρηνική δύναμη παγκοσμίως, με 290 κεφαλές, η πλειονότητα των οποίων είναι επιχειρησιακά ενεργές. Η ραχοκοκαλιά της αποτροπής είναι τα τέσσερα πυρηνοκίνητα υποβρύχια, εξοπλισμένα με βαλλιστικούς πυραύλους M51, που εξασφαλίζουν το «δεύτερο πλήγμα». Η γαλλική δόγμα της «αυστηρής επάρκειας» δεν στοχεύει στον ολικό πόλεμο, αλλά στην ικανότητα πρόκλησης «απαράδεκτης ζημιάς» σε οποιονδήποτε απειλήσει τα ζωτικά συμφέροντα της χώρας.
Αυτή η πυρηνική αυτονομία αποτελεί ταυτόχρονα το ισχυρότερο όπλο και το μεγαλύτερο διπλωματικό εμπόδιο του Μακρόν. Η απόφαση χρήσης ανήκει αποκλειστικά στον Γάλλο Πρόεδρο, γεγονός που ενισχύει την ανεξαρτησία του Παρισιού, αλλά καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την παραχώρηση ελέγχου σε ευρωπαίους εταίρους. Παρότι το γαλλικό δόγμα αναγνωρίζει από το 1972 ότι τα ζωτικά συμφέροντα της χώρας έχουν «ευρωπαϊκή διάσταση», η ασάφεια παραμένει: θα «πατούσε» η Γαλλία το κουμπί για να προστατεύσει μια γειτονική χώρα; Η αναδίπλωση του Μακρόν μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022 υπογράμμισε ακριβώς αυτό το πολιτικό αδιέξοδο, αφήνοντας την Ανατολική Ευρώπη καχύποπτη για το βάθος της γαλλικής δέσμευσης.
Πολιτικά διλήμματα και ο παράγοντας «2027»
Στο παρασκήνιο, η Ευρώπη κινείται προς έναν νέο συντονισμό. Το Παρίσι και το Λονδίνο ήδη μοιράζονται τεχνογνωσία στη στοχοποίηση, ενώ το Βερολίνο φλερτάρει με την ιδέα φιλοξενίας γαλλικών ή βρετανικών πυρηνικών όπλων. Ωστόσο, η οικονομική πραγματικότητα είναι αδυσώπητη: η πυρηνική δύναμη απορροφά το 13% του αμυντικού προϋπολογισμού της Γαλλίας, κοστίζοντας 3,9 δισ. ευρώ ετησίως. Μια επέκταση αυτής της ισχύος θα απαιτούσε κεφάλαια που η γαλλική οικονομία δύσκολα μπορεί να σηκώσει μόνη της, θέτοντας το ερώτημα της «συνεκμετάλλευσης» με τη Γερμανία—μια ιδέα που προκαλεί πολιτικές τριβές και στο Παρίσι και στο Βερολίνο.
Το μεγαλύτερο ρίσκο, ωστόσο, δεν είναι δημοσιονομικό, αλλά πολιτικό. Η προεδρική θητεία του Μακρόν λήγει το 2027. Μια πιθανή επικράτηση της Μαρίν Λεπέν θα μπορούσε να ανατρέψει τα πάντα, επαναφέροντας τη γαλλική πυρηνική αποτροπή σε έναν στενά εθνικιστικό, αντι-ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Έτσι, το σχέδιο για μια «ευρωπαϊκή πυρηνική ασπίδα» κρέμεται από μια λεπτή κλωστή: την ικανότητα του Μακρόν να πείσει τους συμμάχους του ότι το γαλλικό χέρι στο κουμπί είναι, στην πραγματικότητα, το ευρωπαϊκό χέρι. Αν αποτύχει, η Ευρώπη θα βρεθεί ξανά στο σημείο μηδέν, αναζητώντας εγγυήσεις ασφαλείας σε έναν κόσμο που δεν διαθέτει πλέον προστάτες, αλλά μόνο ανταγωνιστές.







