Δουλεύεις πολύ ή δουλεύεις σωστά; Το νέο κριτήριο επιτυχίας
Η μεγάλη παρεξήγηση της παραγωγικότητας που κρατά εργαζομένους και επιχειρήσεις πίσω
Δημοσίευση 26/2/2026 | 00:29

Για δεκαετίες, ο «καλός» εργαζόμενος ήταν εκείνος που έμενε περισσότερες ώρες στο γραφείο. Η αφοσίωση μετριόταν με υπερωρίες και η αξία με παρουσίες. Όμως στη σύγχρονη οικονομία της γνώσης, αυτό το μοντέλο όχι μόνο δεν εγγυάται υψηλότερη απόδοση, αλλά συχνά λειτουργεί εις βάρος της.
Στη βιομηχανική εποχή, περισσότερες ώρες στην αλυσίδα παραγωγής σήμαιναν περισσότερα παραγόμενα προϊόντα. Σήμερα, όμως, ένα οκτάωρο μπορεί να γεμίσει με ανούσια emails, αχρείαστα meetings και ατελείωτες εσωτερικές συνεννοήσεις που δεν προσθέτουν πραγματική αξία. Η έμφαση στις ώρες αντί στα αποτελέσματα έχει δημιουργήσει μια κουλτούρα «παραστατικής απασχόλησης», όπου προέχει να φαίνεσαι απασχολημένος και όχι να είσαι ουσιαστικά παραγωγικός.
Έρευνες δείχνουν ότι σημαντικό ποσοστό εργαζομένων θεωρεί πιο σημαντικό να απαντά άμεσα σε μηνύματα παρά να προχωρά σε στρατηγικές προτεραιότητες. Παράλληλα, εκατοντάδες ώρες ετησίως χάνονται σε περιττές συναντήσεις, διπλή δουλειά και συζητήσεις γύρω από τη δουλειά αντί για την ίδια τη δουλειά. Το αποτέλεσμα είναι πίεση, εξουθένωση και η αίσθηση ότι όλοι «τρέχουν» αλλά λίγα ουσιαστικά προχωρούν.
Το πρόβλημα ξεκινά από τον τρόπο που μετράμε την παραγωγικότητα: διαίρεση της παραγωγής με τις ώρες εργασίας. Ένα μοντέλο απλό και «δίκαιο» θεωρητικά, αφού ισχύει για όλους, από έναν τραπεζικό υπάλληλο μέχρι έναν αγρότη. Όμως στην πράξη, αυτή η εξίσωση δεν αποτυπώνει την πολυπλοκότητα της σύγχρονης εργασίας, όπου η δημιουργικότητα, η καινοτομία και η στρατηγική σκέψη δεν χωρούν σε ωρομετρικούς πίνακες.
Τα διεθνή δεδομένα ενισχύουν το επιχείρημα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι χώρες με τις περισσότερες ώρες εργασίας εμφανίζουν ασθενέστερες οικονομικές επιδόσεις, ενώ κράτη με λιγότερες ώρες καταγράφουν υψηλότερη ανταγωνιστικότητα και καλύτερους δείκτες ευημερίας. Οι εργαζόμενοι στη Γερμανία, στη Δανία και στη Νορβηγία εργάζονται αισθητά λιγότερες ώρες σε σύγκριση με άλλες χώρες, διατηρώντας όμως ισχυρές οικονομίες και υψηλή παραγωγικότητα.
Η συζήτηση για την τετραήμερη εργασία εντάσσεται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο. Δεν πρόκειται απλώς για ένα «δώρο» μιας επιπλέον ημέρας ξεκούρασης, αλλά για μια στρατηγική επαναξιολόγηση του χρόνου. Όταν η τετραήμερη εβδομάδα συνδέεται με συγκεκριμένους στόχους και μετρήσιμα αποτελέσματα, λειτουργεί ως κίνητρο για εξορθολογισμό διαδικασιών, μείωση άσκοπων συναντήσεων, αξιοποίηση τεχνολογίας και σαφέστερη ιεράρχηση προτεραιοτήτων.
Παρά τα στοιχεία, η κουλτούρα της υπερεργασίας παραμένει ισχυρή, ιδίως σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι εργαζόμενοι καταγράφουν περισσότερες ώρες από τον μέσο όρο των ανεπτυγμένων οικονομιών. Το παράδοξο είναι ότι, παρότι οι μάνατζερ αναγνωρίζουν πως οι εργαζόμενοι επιστρέφουν πιο αποδοτικοί μετά από άδεια, συχνά αξιολογούν αρνητικά όσους αποσυνδέονται πλήρως από τη δουλειά στις διακοπές τους. Ένα φαινόμενο που περιγράφεται ως «παράδοξο της αποσύνδεσης».
Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και της αυτοματοποίησης, η υπεροχή δεν θα ανήκει σε όσους δουλεύουν περισσότερο, αλλά σε όσους δουλεύουν εξυπνότερα. Η πραγματική πρόκληση για επιχειρήσεις και οργανισμούς δεν είναι να αυξήσουν τις ώρες, αλλά να επαναπροσδιορίσουν τι σημαίνει παραγωγικότητα. Αν τη μετράς με βάση τον χρόνο, η μείωση των ωρών μοιάζει απώλεια. Αν τη μετράς με βάση τα αποτελέσματα, μπορεί να αποδειχθεί το μεγαλύτερο κέρδος.






