Ιστορική κατάρρευση τις γεννήσεις στην Ελλάδα ‑ Ποσοστό έκπληξη
Η οικονομική αστάθεια, η στεγαστική κρίση και η μαζική μετανάστευση επιτάχυναν τη δημογραφική συρρίκνωση της χώρας, σύμφωνα με ανάλυση του ΙΔΕΜ.
Από το NEWSROOM Δημοσίευση 13/7/2026 | 12:42

Κατά 44% έχουν μειωθεί οι γεννήσεις στην Ελλάδα μέσα σε δύο δεκαετίες, με τον αριθμό τους να έχει υποχωρήσει από 117.600 ετησίως το 2008-09 σε μόλις 65.000 το 2025-26, σύμφωνα με στοιχεία του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών.
Η Ελλάδα καταγράφει τη μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση γεννήσεων από όλες τις χώρες της ΕΕ27 —εξαιρουμένων των πρώην σοσιαλιστικών— τόσο για την περίοδο 1980-2008/09 όσο και για την περίοδο 2008/09-2025/26, με πτώση -20% και -45% αντίστοιχα. Τα στοιχεία αυτά παρουσίασε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο καθηγητής (αφ.) Δημογραφίας και διευθυντής του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), Βύρωνας Κοτζαμάνης.
Το 2008-09 καταγράφονταν κατά μέσο όρο 117.600 γεννήσεις ετησίως· η εκτίμηση για το 2025-26 κατεβαίνει στις 65.000. Παράλληλα, η μέση ηλικία της μητέρας κατά την απόκτηση παιδιού έχει ανέλθει από τα 30,2-30,3 έτη το 2008-09 στα 32,2-32,3 έτη το 2025-26.
Λιγότερες γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Η κατάρρευση των γεννήσεων δεν οφείλεται μόνο στη μείωση της γονιμότητας αλλά και στη δραματική συρρίκνωση του αριθμού των γυναικών που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία. Οι γυναίκες ηλικίας 25-44 ετών μειώθηκαν κατά 480.000 (-28%) μεταξύ 2008-09 και 2025-26.
Το φαινόμενο αυτό εξηγείται από δύο παράγοντες: αφενός, ολοένα λιγότερα άτομα φτάνουν σε αναπαραγωγική ηλικία λόγω της πτώσης των γεννήσεων μετά το 1980· αφετέρου, η μαζική μετανάστευση της τελευταίας δεκαπενταετίας αποστέρησε τη χώρα τόσο από νέους Έλληνες όσο και από αλλοδαπούς των ίδιων ηλικιών που είχαν εγκατασταθεί μετά το 1990.
Αλλαγές στον τρόπο και την ηλικία τεκνογονίας
Σημαντικές αλλαγές καταγράφονται και στον τρόπο με τον οποίο γεννιούνται τα παιδιά στην Ελλάδα. Οι συγχρονικοί δείκτες γονιμότητας υποχώρησαν από 1.500 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες το 2008-09 σε 1.240 το 2025-26, ενώ το ποσοστό των εκτός γάμου γεννήσεων υπερδιπλασιάστηκε (από 7,4% σε 17,8%). Περίπου 1 στα 10 παιδιά γεννιέται πλέον μέσω υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, και 63 στα 100 με καισαρική τομή.
Αξιοσημείωτη είναι και η μεταβολή στην ηλικία των μητέρων: το 2025-26 μόνο το 30% των γεννήσεων προέρχεται από μητέρες κάτω των 30 ετών, έναντι 43% το 2008-09 και 78% το 1980. Αντίθετα, οι γεννήσεις από γυναίκες 40 ετών και άνω έχουν υπερτριπλασιαστεί (από 4,5% σε 11,2%), ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι οι γεννήσεις αυξήθηκαν μόνο στις ηλικιακές ομάδες 40-44 και 45-49 ετών.
Κοινές ευρωπαϊκές τάσεις, έντονα ελληνικά χαρακτηριστικά
Ο κ. Κοτζαμάνης επισημαίνει ότι οι αλλαγές στις αναπαραγωγικές συμπεριφορές δεν αφορούν αποκλειστικά την Ελλάδα· καταγράφονται σε βαθμό μικρότερο ή μεγαλύτερο σε όλες τις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες. Κοινοί παράγοντες περιλαμβάνουν την έξαρση του ατομικισμού, την αστικοποίηση, τη μαζική είσοδο της γυναίκας στην αγορά εργασίας, την παράταση των σπουδών και τη διάχυση σύγχρονων μεθόδων αντισύλληψης.
Η Ελλάδα, ωστόσο, ξεχωρίζει αρνητικά: ανήκει στη μικρή ομάδα χωρών με τη μεγαλύτερη μείωση του αριθμού παιδιών ανά γυναίκα (από 2,0 παιδιά για τις γεννηθείσες στα τέλη της δεκαετίας του '50, σε λιγότερα από 1,5 για τις γεννηθείσες γύρω στο 1985) και την ταχύτερη αύξηση της μέσης ηλικίας τεκνογονίας — περισσότερο από 5 χρόνια μεταξύ των γυναικών που γεννήθηκαν το 1952 και εκείνων που γεννήθηκαν το 1982.
Ανεργία, χαμηλά εισοδήματα και στεγαστική κρίση
Ο ερευνητής καταλήγει επισημαίνοντας την απουσία ενός «ευνοϊκού περιβάλλοντος» για την απόκτηση παιδιών από τις νεότερες γενεές. Η αύξηση της ανεργίας, οι δυσκολίες σταθερής απασχόλησης, η μείωση των πραγματικών εισοδημάτων και — μετά το 2020 — η στεγαστική κρίση, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, ενίσχυσαν την αίσθηση ανασφάλειας για το μέλλον, επηρεάζοντας άμεσα τόσο την απόφαση δημιουργίας οικογένειας όσο και τον επιθυμητό αριθμό παιδιών.
«Η απουσία ευνοϊκού περιβάλλοντος για την απόκτηση του επιθυμητού αριθμού παιδιών, σε συνδυασμό με την ανεργία, τις δυσκολίες στην αγορά εργασίας και τη στεγαστική κρίση, ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο την αίσθηση ανασφάλειας για το μέλλον, επηρεάζοντας αναπόφευκτα τόσο τη δημιουργία οικογένειας όσο και την απόκτηση του επιθυμητού αριθμού απογόνων», τόνισε χαρακτηριστικά ο κ. Κοτζαμάνης.






