ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Κίνα: Εκρηκτική αύξηση στις εξαγωγές για το κοτόπουλο ‑ Πώς κυριαρχεί στις παγκόσμιες αγορές

Η έξαρση των φθηνών κινεζικών πρωτεϊνών έχει τραβήξει την προσοχή των παραγωγών και ρυθμιστικών αρχών της Δύσης, σηματοδοτώντας νέες εμπορικές τριβές

 
Δημοσίευση 15/10/2026 | 16:19
Κίνα: Εκρηκτική αύξηση στις εξαγωγές για το κοτόπουλο ‑ Πώς κυριαρχεί στις παγκόσμιες αγορές

Σε ένα ήσυχο γραφείο που έχει έντονη την μυρωδιά τσιγάρων στον αέρα, ο Ντανγκ Γιανγκ-Γιανγκ κάθεται σε έναν μαύρο δερμάτινο καναπέ, εξαντλημένος. Είναι ο γενικός διευθυντής της Wintop Food και έχει περάσει τις τελευταίες ημέρες μιλώντας με πελάτες από τη Γκάνα, το Ιράκ, την Ιορδανία, τη Ρωσία και τη Σενεγάλη.

Όλοι του ζητούν το ίδιο πράγμα: Φθηνό κοτόπουλο από την Κίνα.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Στην επαρχία Σαντόνγκ, η Wintop Food επεξεργάζεται 60 εκατομμύρια κοτόπουλα ετησίως, και πουλά τα προϊόντα της σε περισσότερες από 20 χώρες. Πέρυσι, οι εξαγωγές αντιπροσώπευαν το ήμισυ των κερδών της, χρηματοδοτώντας νέες επενδύσεις και επέκταση των εγκαταστάσεών της.

«Παλαιότερα, οι διεθνείς μας πελάτες συνήθιζαν να αμφιβάλλουν για την ποιότητά μας», δήλωσε ο 44χρονος Ντανγκ στο Reuters. «Όμως, όταν το κρέας είναι 1.000 δολάρια φθηνότερο ανά τόνο από τον ανταγωνισμό μας στην Βραζιλία και την Ταϊλάνδη, αναγκάζονται είτε να αγοράσουν από την Κίνα είτε να χάσουν την αγορά».

Η Wintop Food αποτελεί μέρος ενός κύματος κινεζικών επιχειρήσεων που έχουν ξεπεράσει το ανομοιογενές ιστορικό της χώρας σε θέματα ασφάλειας των τροφίμων και αξιοποιούν την πρόσθετη παραγωγική τους ικανότητα για να κατακτήσουν χώρο στα ράφια των σούπερ μάρκετ παγκοσμίως.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Οι μεταβαλλόμενες διατροφικές συνήθειες στην εγχώρια αγορά και η έμφαση που δίνει το Πεκίνο στην επισιτιστική ασφάλεια έχουν ωθήσει τις εταιρείες να επενδύσουν στην τεχνολογία και στην επέκταση των επιχειρήσεων τους. Πλέον, αυτές οι εταιρείες παράγουν περισσότερα προϊόντα από ό,τι μπορούν να καταναλώσουν οι πολίτες στην Κίνα και διακινούν την πλεονάζουσα παραγωγή τους στο εξωτερικό.

Η έρευνα αντιντάμπινγκ

Η έξαρση των φθηνών κινεζικών πρωτεϊνών έχει τραβήξει την προσοχή των παραγωγών και ρυθμιστικών αρχών της Δύσης, σηματοδοτώντας νέες εμπορικές τριβές, σχολιάζει το Reuters. Το μοτίβο αυτό αντανακλά τη στρατηγική του Πεκίνου στους τομείς του χάλυβα, των ηλιακών πάνελ και των ηλεκτρικών οχημάτων — πλημμυρίζοντας τις αγορές με προϊόντα χαμηλής τιμής που υποτιμούν τους παγκόσμιους ανταγωνιστές.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Τον Ιούλιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεκίνησε έρευνα αντιντάμπινγκ για τις εισαγωγές κρέατος πάπιας Πεκίνου από την Κίνα, αφού τοπικοί παραγωγοί ισχυρίστηκαν ότι οι κινεζικές επιδοτήσεις δημιούργησαν αθέμιτο ανταγωνισμό. Τον περασμένο μήνα, η Επιτροπή επέβαλε δασμούς αντιντάμπινγκ ύψους 40,5% έως 67,1% στην κινεζική πρωτεΐνη μπιζελιού για να προστατεύσει την ευρωπαϊκή βιομηχανία.

Μέχρι στιγμής, δεν έχουν επιβληθεί παρόμοιοι δασμοί στο κοτόπουλο, αν και οι ευρωπαϊκές αρχές παρακολουθούν στενά την αγορά, όπως δήλωσε εκπρόσωπος της Επιτροπής στο Reuters.

Κοτόπουλα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η γεωργία και τα τρόφιμα συγκαταλέγονται στους λίγους τομείς όπου η Κίνα εξακολουθεί να παρουσιάζει εμπορικό έλλειμμα. Με ποσό που ξεπέρασε ελαφρώς τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια πέρυσι, το έλλειμμα είναι τεράστιο, αλλά μειώνεται.

Το 2025, η Κίνα, που αποτελεί ήδη ο μεγαλύτερος εξαγωγέας θαλασσινών στον κόσμο, έγινε καθαρός εξαγωγέας κοτόπουλου, με τις εξαγωγές να φτάνουν τα 2,6 δισ. δολάρια, σχεδόν διπλάσιες σε σχέση με το 2020. Αντίστοιχη πορεία ακολουθούν και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα οποία αναμένεται να φτάσουν τα 600 εκατομμύρια δολάρια φέτος, διπλασιάζοντας την αξία τους σε τρία χρόνια.

Για τους καταναλωτές παγκοσμίως, η τάση αυτή σημαίνει φθηνότερες πρωτεΐνες. Ωστόσο, για τους ξένους παραγωγούς, από την Ευρώπη έως την Ταϊλάνδη και τη Βραζιλία, αυτό σημαίνει νέους ανταγωνιστές.

«Η μετατόπιση της Κίνας από αγοραστή σε αναδυόμενο εξαγωγέα έχει ανατρεπτική επίδραση στην παγκόσμια αγορά κρέατος», δήλωσε ο Μάικλ Μπόντινγκτον, σύμβουλος αγροτικών επιχειρήσεων με έδρα το Πεκίνο.

Στην Ασία, είπε, τα προϊόντα προέρχονταν παραδοσιακά από την Ευρώπη και την Αμερική. Τώρα, υπάρχει μια φθηνότερη εναλλακτική λύση — και οι εταιρείες σε παγκόσμιο επίπεδο αγωνίζονται για να είναι οι καλύτεροι.

Κοτόπουλα

Οι κάτοικοι αποφεύγουν το χοιρινό κρέας

Πίσω από αυτή την εξέλιξη βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό η αλλαγή των καταναλωτικών συνηθειών των ίδιων των πολιτών της Κίνας, οι οποίοι πλέον προτιμούν το κοτόπουλο από το χοιρινό.

Η ζήτηση των πολιτών της χώρας για χοιρινό κρέας εξασφάλιζε τα προς το ζην σε πολλούς μικρούς αγρότες συμπεριλαμβανομένης της Χουάνγκ Γουέινγκ, η οποία άρχισε να εκτρέφει χοίρους στο χωριό της στην επαρχία Χεμπέι πριν από 20 χρόνια.

Όμως, αυτή η εποχή έχει πλέον τελειώσει.

Όταν το Reuters επισκέφθηκε την Χουάνγκ τον Αύγουστο, η ίδια είχε μόλις 10 χοίρους, από τους 500 που είχε κάποτε. Με τα χρέη της να φτάνουν τα 75.000 δολάρια, σχεδιάζει να τα σφάξει μέχρι το φθινόπωρο.

«Εκτρέφω χοίρους εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες, αλλά ποτέ δεν ήταν τόσο δύσκολο όσο τα τελευταία δύο χρόνια», είπε η 57χρονη Χουάνγκ. «Οι τιμές του χοιρινού κρέατος είναι πολύ χαμηλές. Οι άνθρωποι στις πόλεις απλά σταμάτησαν να τρώνε χοιρινό».

Χοιρινό - Γουρούνια

Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, η κατανάλωση χοιρινού κρέατος ανά κάτοικο έχει μειωθεί κατά 13% από το 2023, ενώ η κατανάλωση κοτόπουλου αυξήθηκε περισσότερο από 50% κατά τη δεκαετία έως το 2024.

Ωστόσο, η παραγωγή συνέχισε να αυξάνεται στους τομείς του κρέατος και των γαλακτοκομικών προϊόντων σε ολόκληρη την Κίνα.

Οι κινεζικές αρχές ενθάρρυναν τη δημιουργία μεγάλων κτηνοτροφικών μονάδων μέσω επιδοτήσεων, με στόχο την ενίσχυση της επισιτιστικής ασφάλειας μετά την επιδημία της αφρικανικής πανώλης των χοίρων το 2018 και την πανδημία του COVID-19.

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι επιδοτήσεις αντιπροσώπευαν περίπου το 13% των ακαθάριστων αγροτικών εσόδων των κινεζικών παραγωγών μεταξύ 2022 και 2024 — σχεδόν το τριπλάσιο από εκείνο στις αρχές της δεκαετίας του 2000.

Πέρυσι, η Κίνα παρήγαγε ρεκόρ 59 εκατ. τόνων χοιρινού κρέατος, ενώ η παραγωγή πουλερικών αυξήθηκε κατά 7%.Tο αποτέλεσμα είναι ένα ολοένα μεγαλύτερο πλεόνασμα, το οποίο οι κινεζικές επιχειρήσεις επιχειρούν να διαθέσουν στο εξωτερικό.

Χοιρινό - Γουρούνια

Επέκταση στο εξωτερικό

Για τους μεγάλους παραγωγούς, οι οποίοι κυριαρχούν όλο και περισσότερο, η λύση βρίσκεται στις εξαγωγές.

«Κάθε κινεζική εταιρεία κτηνοτροφίας σχεδιάζει να επεκταθεί στο εξωτερικό. Αν θέλεις να αναπτυχθείς, πρέπει να πας στο εξωτερικό», δήλωσε ο Ζανγκ Γιουάν, επικεφαλής μάρκετινγκ στον γίγαντα των γαλακτοκομικών προϊόντων Yili, ο οποίος σχεδιάζει να ξεκινήσει την πώληση βρεφικών γαλάτων στη Νοτιοανατολική Ασία ήδη από το επόμενο έτος.

Πρόκειται για ένα συμβολικό βήμα για τη μεγαλύτερη γαλακτοκομική εταιρεία της Ασίας, της οποίας τα γαλακτοκομικά προϊόντα αποσύρθηκαν το 2008 μετά από ένα σκάνδαλο, το οποίο απομάκρυνε τους καταναλωτές από το εγχώριο γάλα για περισσότερο από μια δεκαετία. Ωστόσο, το βρεφικό γάλα σε σκόνη της Yili είναι πλέον η μάρκα με τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην Κίνα.

Η Feihe, ανταγωνιστής της Yili, λάνσαρε τον Απρίλιο το βρεφικό γάλα AceKid στην Ινδονησία για να ανταγωνιστεί τις Nestlé και Mead Johnson, αφού είχε εισάγει το προϊόν στις Φιλιππίνες ένα χρόνο νωρίτερα.

Γαλακτοκομικά - Κίνα

Οι παραγωγοί πουλερικών ακολουθούν παρόμοια πορεία. Στην Wintop Food, στην επαρχία Σαντόνγκ, ο διευθυντής Ντανγκ Γιανγκ-γιανγκ αύξησε τον αριθμό των κοτόπουλων σε κάθε κτίριο από 20.000 σε 120.000 μέσα σε μια δεκαετία.

Τα πουλερικά ζυγίζουν κατά μέσο όρο 2,5 κιλά – σε σύγκριση με εκείνα της Βραζιλίας που ζυγίζουν 2,2 κιλά, σύμφωνα με την S&P Global. Σφάζονται σε λιγότερο από 42 ημέρες αντί για 45, πλησιάζοντας το αμερικανικό πρότυπο των 35 ημερών.

Ένας σκληρός ανταγωνιστής

Καθώς οι Κινέζοι παραγωγοί επεκτείνονται στο εξωτερικό, καταλαμβάνουν ένα μερίδιο αγοράς από ήδη «υπαρκτούς παίκτες».

Το κινεζικό γάλα σε σκόνη ανταγωνίζεται πλέον προϊόντα από τη Νέα Ζηλανδία και την Ευρώπη σε χώρες όπως η Νιγηρία και το Μπαγκλαντές, ενώ εκτοπίζει τους Ινδούς και Ιρανούς παραγωγούς στη Μέση Ανατολή εκτός ανταγωνισμού, σύμφωνα με τον Γιφάν Λι, αναλυτή γαλακτοκομικών προϊόντων στη χρηματιστηριακή εταιρεία εμπορευμάτων StoneX.

Η Κίνα έχει διπλασιάσει το μερίδιό της στην αγορά επεξεργασμένων πουλερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο 10% από το 2022 και έχει τριπλασιάσει το μερίδιό της στο Ηνωμένο Βασίλειο σε πάνω από 14%, σύμφωνα με στοιχεία της Gira, μιας εταιρείας συμβούλων στον τομέα των τροφίμων

Αυτή η ανάπτυξη αποτελεί πρόκληση για χώρες όπως η Γερμανία. Παράλληλα, το μερίδιο της Κίνας αυξάνεται σταδιακά και στην ιαπωνική αγορά, ενώ η Ταϊλάνδη, η οποία θεωρούνταν πρώτη, έχει αρχίσει και χάνει έδαφος.

«Είναι πολύ ανησυχητικό», δήλωσε ο Κούκριτ Αρεπαργκόρν, διευθυντής της Thai Broiler Processing Exporters Association. «Οι πελάτες μας κοιτούν όλο και περισσότερο τις φθηνές τιμές του κινεζικού κοτόπουλου ως σημείο αναφοράς για τις διαπραγματεύσεις».

Ο Ιζέκιελ Πίρες, πρόεδρος της Branexx, μιας διεθνούς εταιρείας στο εμπόριο τροφίμων με έδρα τη Λισαβόνα, δήλωσε ότι η εταιρεία του άρχισε να αγοράζει κινέζικο πουλερικό τον Μάρτιο, αφού πελάτες από την Αφρική αναζήτησαν φθηνότερες εναλλακτικές λύσεις έναντι των εισαγωγών από τη Βραζιλία.

Κοτόπουλα - Κόκορες - Κίνα

Ωστόσο, για τους εξαγωγείς της, η πρόκληση είναι να χτίσουν «διαρκή εμπιστοσύνη στην ασφάλεια και τη σταθερότητα των προϊόντων τους», δήλωσε ο Γκόρντον Μπάτλαρντ, διευθυντής της G&S Agriconsultants με έδρα τη Μπανγκόκ.

Στην ΕΕ, τα εισαγόμενα τρόφιμα πρέπει να πληρούν τα ίδια πρότυπα υγείας και ασφάλειας με τα τοπικά προϊόντα, ανέφερε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο Reuters. Η Ένωση σχεδιάζει να ενισχύσει την επισήμανση προέλευσης ΕΕ, ξεκινώντας από τα προϊόντα πουλερικών το 2027.

Για τους καταναλωτές, η αύξηση της προσφοράς μπορεί να μεταφραστεί σε φθηνότερα τρόφιμα, αλλά για τους παραγωγούς, όμως, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, δημιουργεί μια νέα ανταγωνιστική πίεση.

«Εξάγουμε σε όσες χώρες μπορούμε», δήλωσε ο Ντανγκ Γιανγκ-γιανγκ της Wintop. «Αν διαθέτεις σημαντικό πλεονέκτημα ως προς την τιμή, όλο και περισσότεροι πελάτες σε αναζητούν ενεργά».

ΜΗΝ ΧΑΣΕΤΕ
ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ