Περισσότερες ώρες εργασίας, εμφανώς μικρότερη παραγωγικότητα και αμοιβές που απέχουν σημαντικά από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτή είναι η βασική αντίφαση της ελληνικής αγοράς εργασίας, η οποία γίνεται ακόμη πιο ορατή όταν η σύγκριση γίνεται σε κλάδους όπου εργάζεται μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού.
Χονδρικό και λιανικό εμπόριο, μεταφορές, καταλύματα και εστίαση αναδεικνύουν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το ελληνικό πρόβλημα: ένας εργαζόμενος μπορεί να παραμένει πολύ περισσότερες ώρες στη δουλειά από έναν Γερμανό ή έναν Γάλλο συνάδελφό του, χωρίς αυτό να μεταφράζεται σε αντίστοιχη παραγωγή οικονομικής αξίας.
Τα στοιχεία που συγκεντρώνει και επεξεργάζεται το Greece in Figures, αντλώντας επίσημα δεδομένα από την ΕΛΣΤΑΤ, την Eurostat και διεθνείς οργανισμούς όπως ο ΟΟΣΑ, καταγράφουν ένα σημαντικό χάσμα τόσο στις ώρες εργασίας όσο και στην παραγωγικότητα και στις αποδοχές.
Οι ώρες εργασίας στην Ελλάδα και στην Ευρώπη
Στους συγκεκριμένους κλάδους, ένας εργαζόμενος στην Ελλάδα απασχολείται κατά μέσο όρο 2.047,7 ώρες ετησίως. Πρόκειται για σχεδόν 256 οκτάωρα μέσα σε έναν χρόνο.
Στην υπόλοιπη Ευρώπη το τοπίο είναι τελείως διαφορετικό. Στην Ισπανία η μέση ετήσια απασχόληση περιορίζεται στις 1.703,8 ώρες, στη Γαλλία στις 1.561,9 και στη Γερμανία μόλις στις 1.302,7 ώρες. Ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται στις 1.642,9 ώρες.
Με άλλα λόγια, στους κλάδους αυτούς ο εργαζόμενος στην Ελλάδα βρίσκεται στη δουλειά περίπου 405 ώρες περισσότερο από τον μέσο εργαζόμενο στην ΕΕ, μια διαφορά που αντιστοιχεί σε πάνω από 50 επιπλέον οκτάωρα τον χρόνο. Ακόμα μεγαλύτερη είναι η απόσταση από τη Γερμανία: περίπου 745 περισσότερες ώρες εργασίας ετησίως.
Η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν εντοπίζεται μόνο στον χρόνο εργασίας. Γίνεται εμφανές κυρίως όταν εξεταστεί η οικονομική αξία που παράγεται μέσα σε καθεμία από αυτές τις ώρες.
Στην Ελλάδα, το ΑΕΠ που αντιστοιχεί σε μία ώρα εργασίας διαμορφώνεται περίπου στα 24,3 ευρώ. Στην Ισπανία φτάνει τα 45,71 ευρώ, στη Γαλλία τα 65,9 ευρώ και στη Γερμανία τα 72,91 ευρώ. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης ο μέσος όρος βρίσκεται στα 53,15 ευρώ.
Αυτό σημαίνει ότι μέσα στην ίδια ώρα εργασίας ο μέσος Ευρωπαίος παράγει υπερδιπλάσια οικονομική αξία σε σχέση με έναν εργαζόμενο στην Ελλάδα.
Η διαφορά αυτή δεν σημαίνει ότι ο Έλληνας εργαζόμενος καταβάλλει μικρότερη προσπάθεια ή διαθέτει μικρότερες ικανότητες. Αντίθετα, τα στοιχεία των ωρών εργασίας δείχνουν ότι παραμένει περισσότερο χρόνο στη δουλειά. Το ζήτημα εντοπίζεται κυρίως στο περιβάλλον μέσα στο οποίο εργάζεται και στα εργαλεία που έχει στη διάθεσή του.
Οι αμοιβές αντανακλούν το χάσμα παραγωγικότητας
Η χαμηλότερη παραγωγικότητα αντανακλάται και στις αποδοχές. Στους ίδιους κλάδους η μέση ωριαία αμοιβή στην Ελλάδα βρίσκεται στα 9,3 ευρώ, όταν στην Ισπανία ανέρχεται στα 23,6 ευρώ, στη Γαλλία στα 33,7 ευρώ και στη Γερμανία στα 36,1 ευρώ.
Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται στα 24,9 ευρώ την ώρα, δηλαδή σε επίπεδο πάνω από δυόμισι φορές υψηλότερο από το ελληνικό. Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος: πολλές ώρες εργασίας, μικρή παραγωγή αξίας ανά ώρα και περιορισμένα περιθώρια για σημαντικά υψηλότερες αμοιβές.
Οι βαθύτερες αιτίες του παραγωγικού χάσματος
Το παραγωγικό χάσμα έχει βαθύτερες αιτίες και συνδέεται άμεσα με τη δομή της ελληνικής οικονομίας. Ένας εργαζόμενος σε μια μικρή εμπορική επιχείρηση μπορεί να ασχολείται καθημερινά με παραγγελίες, αποθήκη, τιμολόγηση, πελάτες και προμηθευτές. Σε μια μεγαλύτερη ευρωπαϊκή εταιρεία, όμως, σημαντικό μέρος των ίδιων διαδικασιών πραγματοποιείται αυτοματοποιημένα, με σύγχρονα πληροφοριακά συστήματα και μεγαλύτερη αξιοποίηση της τεχνολογίας.
Ανάλογη εικόνα υπάρχει στα ξενοδοχεία, στα λογιστικά γραφεία και σε μεγάλο μέρος των υπηρεσιών. Η παραγωγικότητα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον εργαζόμενο, αλλά από το κεφάλαιο, την τεχνολογία, την οργάνωση της επιχείρησης, τις δεξιότητες, την πρόσβαση στη χρηματοδότηση και τις οικονομίες κλίμακας. Και εδώ εντοπίζεται ένα από τα βασικά μειονεκτήματα της χώρας.
Το επενδυτικό κενό και η σύνθεση της οικονομίας
Η ελληνική οικονομία στηρίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες δυσκολεύονται περισσότερο να πραγματοποιήσουν μεγάλες επενδύσεις σε τεχνολογία, εξοπλισμό και αυτοματοποίηση.
Παράλληλα, το επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της πολυετούς οικονομικής κρίσης δεν έχει ακόμη καλυφθεί πλήρως. Για μεγάλο χρονικό διάστημα πραγματοποιήθηκαν λιγότερες επενδύσεις από όσες απαιτούνταν σε παραγωγικό εξοπλισμό, λογισμικό, έρευνα, ανάπτυξη και νέες τεχνολογίες.
Η ψηφιοποίηση έχει προχωρήσει τα τελευταία χρόνια, αλλά η απόσταση από τις περισσότερο παραγωγικές ευρωπαϊκές οικονομίες παραμένει σημαντική. Η εξάπλωση των αυτοματισμών και πλέον της τεχνητής νοημοσύνης κάνει αυτή τη διαφορά ακόμα πιο κρίσιμη.
Σημαντικό ρόλο παίζει και η σύνθεση της οικονομικής δραστηριότητας. Τουρισμός, εστίαση, εμπόριο και υπηρεσίες δημιουργούν μεγάλο αριθμό θέσεων εργασίας και αποτελούν κρίσιμους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας, όμως κατά κανόνα εμφανίζουν χαμηλότερη προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο σε σχέση με περισσότερο κεφαλαιουχικούς και τεχνολογικά προηγμένους κλάδους.
Έτσι, το πραγματικό στοίχημα για την ελληνική οικονομία δεν είναι να αυξήσει ακόμα περισσότερο τις ώρες εργασίας. Είναι να καταφέρει κάθε ώρα δουλειάς να παράγει περισσότερη αξία. Χωρίς αυτή τη μεταβολή, η απόσταση από την Ευρώπη στην παραγωγικότητα δύσκολα θα κλείσει – και μαζί της θα παραμένει ανοιχτό και το χάσμα στους μισθούς.





Πάσχα
Eurovision
Summer
Xmas
