Γιατί η ελίτ του Ισραήλ στρέφεται ενάντια στον Νετανιάχου;
Καταγγελίες για βαριά εγκλήματα και πολιτική σκοπιμότητα
Γράφει ο ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ Δημοσίευση 26/6/2026 | 00:27

Μια πρωτοφανής και εξαιρετικά σκληρή προειδοποίηση έρχεται να ταράξει τα νερά στο εσωτερικό του Ισραήλ. Πρώην πρωθυπουργοί, επικεφαλής των υπηρεσιών ασφαλείας, ανώτατοι δικαστικοί, πανεπιστημιακοί και εξέχουσες προσωπικότητες της χώρας εξαπολύουν ευθεία επίθεση κατά της κυβέρνησης του Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Την κατηγορούν ανοιχτά ότι ανέχεται και επιτρέπει τη συνέχιση της βίας εναντίον των Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη, ενώ απειλούν ακόμα και με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα.
Σύμφωνα με απόρρητη επιστολή που περιήλθε σε γνώση της εφημερίδας Guardian, δεκάδες μέλη της πολιτικής, στρατιωτικής, νομικής και πνευματικής ελίτ του Ισραήλ ζητούν την άμεση λήψη μέτρων για την «εξάλειψη της εβραϊκής τρομοκρατίας», όπως χαρακτηρίζουν τις επιθέσεις εξτρεμιστών εποίκων και άλλων δραστών κατά Παλαιστινίων στα κατεχόμενα εδάφη.
Μεταξύ των υπογραφόντων βρίσκονται βαριά ονόματα, όπως οι πρώην πρωθυπουργοί Εχούντ Μπάρακ και Εχούντ Ολμέρτ, πρώην επικεφαλής της Μοσάντ, της Σιν Μπετ και της αστυνομίας, καθώς και γνωστές προσωπικότητες του δημόσιου βίου, όπως ο διάσημος συγγραφέας Δαβίδ Γκρόσμαν.
Καταγγελίες για βαριά εγκλήματα και πολιτική σκοπιμότητα
Η επιστολή κάνει λόγο για χρόνια συστηματικής βίας κατά των Παλαιστινίων, η οποία περιλαμβάνει δολοφονίες, σεξουαλικές επιθέσεις, εμπρησμούς, κλοπές και βεβήλωση νεκρών. Οι υπογράφοντες ξεκαθαρίζουν ότι η κατάσταση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια αποτυχία των αρχών ασφαλείας να επιβάλουν τον νόμο, αλλά είναι το άμεσο αποτέλεσμα των πολιτικών επιλογών της σημερινής κυβέρνησης. Προειδοποιούν, μάλιστα, ότι η συνεχιζόμενη βία υπονομεύει τη διεθνή θέση του Ισραήλ, επιβαρύνει την ασφάλεια της χώρας και τροφοδοτεί επικίνδυνα την ένταση στην περιοχή.
Το κείμενο στρέφεται ευθέως κατά της κυβέρνησης Νετανιάχου και ιδιαίτερα των ακροδεξιών εταίρων της, τους οποίους κατηγορεί ότι ανέχονται τη βία επειδή εξυπηρετεί έναν συγκεκριμένο πολιτικό στόχο: τη σταδιακή εκτόπιση των Παλαιστινίων από περιοχές της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης, ώστε να διευκολυνθεί η μελλοντική προσάρτησή τους. Παράλληλα, καταγγέλλεται ένα καθεστώς σχεδόν πλήρους ατιμωρησίας, παρά το γεγονός ότι οι αρχές γνωρίζουν πολύ 잘 ποιοι κρύβονται πίσω από τις περισσότερες επιθέσεις.
Η βαριά ιστορική αναλογία και οι ευθύνες του στρατού
Ιδιαίτερα αιχμηρή και με τεράστια συμβολική σημασία για το εσωτερικό του Ισραήλ είναι η σύγκριση ορισμένων περιστατικών με τα πογκρόμ και τις διώξεις που υπέστησαν οι εβραϊκές κοινότητες στην Ανατολική Ευρώπη κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα. Η επιστολή, όμως, δεν χαρίζεται ούτε στις δυνάμεις ασφαλείας.
Υποστηρίζει ότι σε αρκετές περιπτώσεις στρατιώτες ή μέλη τοπικών μονάδων δεν παρενέβησαν για να αποτρέψουν τις επιθέσεις, ενώ σε ορισμένα περιστατικά φέρονται να συμμετείχαν οι ίδιοι.
Οι υπογράφοντες θέτουν συγκεκριμένα και αμείλικτα ερωτήματα στον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, στον υπουργό Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, στον υπουργό Άμυνας Ισραέλ Κατς, καθώς και στην ηγεσία του στρατού, της Σιν Μπετ και της αστυνομίας. Αμφισβητούν ευθέως τον επίσημο ισχυρισμό ότι η βία προέρχεται από μια μικρή, περιθωριακή ομάδα εξτρεμιστών, τονίζοντας ότι το φαινόμενο είναι πολύ ευρύτερο και πλήρως γνωστό στις αρμόδιες αρχές.
Σε ένα από τα κεντρικά σημεία της επιστολής, ο διοικητής των ισραηλινών δυνάμεων στη Δυτική Όχθη καλείται να εξηγήσει γιατί δεν έχει αντιμετωπιστεί η δράση των εξτρεμιστών, από τη στιγμή που οι ηγέτες τους, οι περιοχές δράσης τους και τα δίκτυά τους είναι πλήρως χαρτογραφημένα από τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, όπως αναφέρει ο Guardian, το γραφείο του πρωθυπουργού, τα εμπλεκόμενα υπουργεία, η αστυνομία και ο ισραηλινός στρατός κλήθηκαν να σχολιάσουν το περιεχόμενο της επιστολής, ωστόσο επέλεξαν να μην δώσουν καμία απάντηση.






