Δασμοί Τραμπ: Ελπίδες για παγκόσμια οικονομική «ανάσα» μετά το «άκυρο» του Ανώτατου Δικαστηρίου στις ΗΠΑ
Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι γενικευμένοι δασμοί δεν είχαν νόμιμη βάση, ανοίγοντας δρόμο για ανατροπή στο εμπορικό κόστος και για επιστροφές δασμών εκατοντάδων δισ. δολαρίων
Δημοσίευση 20/2/2026 | 19:45

Παράνομη έκρινε τη νομική «οδό» με την οποία στηρίχθηκε το βασικό πακέτο δασμών της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, με πλειοψηφία 6–3.
Το δικαστήριο έκρινε ότι ο νόμος IEEPA του 1977, που προοριζόταν για εργαλεία οικονομικής παρέμβασης σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, δεν δίνει στον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ την εξουσία να επιβάλλει δασμούς τόσο μεγάλης κλίμακας. Στην πράξη, η απόφαση χαράσσει ένα όριο ανάμεσα στην εκτελεστική εξουσία και την αρμοδιότητα του Κογκρέσου να αποφασίζει για φόρους και δασμούς.
Για τη διεθνή οικονομία, η σημασία δεν είναι μόνο νομική καθώς οι δασμοί, όταν εφαρμόζονται οριζόντια και χωρίς προβλεψιμότητα, μετατρέπονται σε σοκ για τις αλυσίδες εφοδιασμού που συνδέονται με την αμερικανική αγορά, από την αυτοκινητοβιομηχανία της Ευρώπης μέχρι τους ασιατικούς προμηθευτές ενδιάμεσων αγαθών. Με την απόφαση, αφαιρείται το πιο ξαφνικό εργαλείο επιβολής γενικευμένων δασμών, άρα μειώνεται ένα κομμάτι αβεβαιότητας που είχε περάσει σε επενδυτικές αποφάσεις, στα συμβόλαια των μεταφορών αλλά και στις τιμές προϊόντων.
Το πρώτο άμεσο «σημάδι» ήρθε από τις χρηματιστηριακές αγορές καθώς μετά την ανακοίνωση, οι μετοχές στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη κινήθηκαν ανοδικά, με τον S&P 500 περίπου στο +0,6% και τον Nasdaq περίπου στο +1%, ενώ ενισχύθηκαν και ευρωπαϊκές μετοχές που θεωρούνται εκτεθειμένες σε εμπορικούς φραγμούς, όπως ο κλάδος αυτοκινήτου και εταιρείες καταναλωτικών προϊόντων. Παράλληλα, σημειώθηκε ήπια υποχώρηση του δολαρίου και άνοδος των αποδόσεων στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, καθώς η αγορά αξιολογεί το ενδεχόμενο δημοσιονομικής επιβάρυνσης από επιστροφές δασμών.
Σύμφωνα με εκτίμηση του Penn Wharton Budget Model που επικαλείται το Reuters, πάνω από 175 δισ. δολάρια σε έσοδα δασμών θεωρούνται «σε κίνδυνο» επιστροφής, με ρυθμό είσπραξης που είχε φτάσει περίπου τα 500 εκατ. δολάρια την ημέρα από τότε που ξεκίνησε η επιβολή τους, τον Φεβρουάριο 2025. Το μέγεθος αυτό έχει σημασία πολύ πέρα από τις ΗΠΑ, επειδή επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική κυβέρνηση θα χρηματοδοτήσει το έλλειμμα και, κατ’ επέκταση, την τιμή του παγκόσμιου ασφαλούς επιτοκίου αναφοράς που δίνουν τα αμερικανικά ομόλογα.
Επιπλέον, όπως μετέδωσε το Reuters επικαλούμενο το Yale Budget Lab, τον Νοέμβριο το δασμολογικό βάρος στις ΗΠΑ είχε φτάσει το 11,7%, από μέσο όρο 2,7% την περίοδο 2022–2024 προκαλώντας ανατιμήσεις εισροών από τις διεθνείς επιχειρήσεις, σε πίεση στα περιθώρια κέρδους ή σε ανάγκη μετακύλισης τιμών, ανάλογα με το ποιος έχει τη διαπραγματευτική ισχύ στην αλυσίδα.
Ακόμη πιο κρίσιμη είναι η τρίτη διάσταση της απόφασης, δηλαδή τι αλλάζει στο «μεγάλο κάδρο» της ανάπτυξης και των τιμών, αν οι δασμοί δεν αντικατασταθούν από άλλες νομικές παραμέτρους.
Σε ανάλυση του Yale Budget Lab στις 04.09.2025, στο βασικό σενάριο όπου οι δασμοί του 2025 παραμένουν, οι καταναλωτές αντιμετωπίζουν μέσο αποτελεσματικό δασμολογικό βάρος 17,4% και η στάθμη τιμών εκτιμάται υψηλότερη κατά 1,7%, κάτι που αποτυπώνεται ως απώλεια εισοδήματος ανά νοικοκυριό περίπου 2.300 δολάρια (σε τιμές 2025). Στο εναλλακτικό σενάριο όπου οι δασμοί ακυρώνονται και δεν αντικαθίστανται, το αντίστοιχο βάρος πέφτει στο 6,8% και η αύξηση της στάθμης τιμών περιορίζεται στο 0,5%, με απώλεια εισοδήματος ανά νοικοκυριό περίπου 663 δολάρια.
Στην ανάπτυξη, η ίδια ανάλυση αποτυπώνει επίσης το δυνητικό «κέρδος» από την αποκλιμάκωση της εμπορικής έντασης. Στο βασικό σενάριο, το πραγματικό ΑΕΠ των ΗΠΑ εκτιμάται μακροχρόνια 0,4% χαμηλότερο, δηλαδή περίπου 120 δισ. δολάρια ετησίως (σε δολάρια 2024). Στο σενάριο χωρίς δασμούς, η μόνιμη απώλεια περιορίζεται σε 0,1% ή περίπου 25 δισ. δολάρια ετησίως. Για τους εμπορικούς εταίρους όταν η αμερικανική οικονομία αλλάζει τις εισαγωγές της αλλάζει επακόλουθα και η ζήτηση για προϊόντα Ευρώπης και Ασίας.
Ωστόσο, η απόφαση δεν σημαίνει αυτόματα τέλος στους δασμούς. Το Reuters επισημαίνει ότι μέρος των δασμών έχει επιβληθεί με άλλες νομικές βάσεις και δεν αφορά την υπόθεση, ενώ αξιωματούχοι έχουν προαναγγείλει προσπάθεια διατήρησης όσο το δυνατόν περισσότερων μέτρων μέσω άλλων εργαλείων, όπως διατάξεις για την εθνική ασφάλεια ή για αντίμετρα σε πρακτικές που θεωρούνται αθέμιτες. Με απλά λόγια, το εμπόριο παίρνει ανάσα από την κατάργηση της πιο εύκολης οδού, αλλά η πολιτική κατεύθυνση προς τον προστατευτισμό δεν εξαφανίζεται.
Παρακολουθεί την υπόθεση η ΕΕ
«Σημειώνουμε την απόφαση και την αναλύουμε με προσοχή» είπε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Όλοφ Γκιλ, εκπρόσωπος της Κομισιόν, λέγοντας ότι αναμένει «διευκρινίσεις» από την αμερικανική κυβέρνηση «σε ό,τι αφορά τα μέτρα που σκοπεύει να λάβει» έπειτα από αυτή τη δικαστική απόφαση.
«Οι επιχειρήσεις και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού εξαρτώνται από τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα των εμπορικών σχέσεων. Για αυτό εξακολουθούμε να τασσόμαστε υπέρ των χαμηλών δασμών και να εργαζόμαστε για τη μείωσή τους», πρόσθεσε.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν ανέφερε προς το παρόν ποιες θα είναι οι συνέπειες αυτής της απόφασης για την εμπορική συμφωνία που σύναψε το περασμένο καλοκαίρι με τις ΗΠΑ. Με τη συμφωνία μειώθηκαν στο 15% οι δασμοί που επέβαλαν οι ΗΠΑ στα περισσότερα ευρωπαϊκά προϊόντα. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα μπορούσε να φρενάρει την εφαρμογή της συμφωνίας αυτής. Η Επιτροπή εμπορικών υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αναμένεται ότι θα ψηφίσει για το θέμα την Τρίτη.






