Τι ήταν η Συμφωνία Plaza και γιατί δημιουργεί «ρήγμα» στις σχέσεις Ευρώπης‑Κίνας
Για το Πεκίνο, οι σημερινές εμπορικές αντιπαραθέσεις με τη Δύση θυμίζουν έντονα την αντιπαράθεση ΗΠΑ-Ιαπωνίας πριν από τέσσερις δεκαετίες.
Δημοσίευση 4/7/2026 | 17:32

Οι σχέσεις μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Κίνας εισέρχονται σε μια νέα περίοδο αυξανόμενης έντασης, καθώς οι εμπορικές διαφωνίες κλιμακώνονται και οι εκατέρωθεν αιχμές προμηνύουν ένα ακόμη πιο δύσκολο περιβάλλον στις οικονομικές σχέσεις των δύο πλευρών.
Στις 16 Ιουνίου, ο επίτροπος Εμπορίου της ΕΕ, Μάρος Σέφτσοβιτς, παραδέχθηκε ότι η εμπορική σχέση με το Πεκίνο έχει καταστεί τόσο ανισόρροπη ώστε «χρειάζεται επανεκκίνηση». Λίγες ημέρες αργότερα, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς ανέβασε ακόμη περισσότερο τους τόνους, κατηγορώντας ανοιχτά την Κίνα για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, όπως αναφέρεται σε δημοσίευμα του conversation.com.
Μετά τη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες, ο Μερτς υποστήριξε ότι το Πεκίνο «πλημμυρίζει τις διεθνείς αγορές» μέσω γενναίων κρατικών επιδοτήσεων, ενώ ισχυρίστηκε ότι το κινεζικό νόμισμα παραμένει υποτιμημένο κατά περίπου 30%, προσφέροντας τεχνητό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις κινεζικές εξαγωγές. Ως πιθανό ιστορικό προηγούμενο για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης επικαλέστηκε τη Συμφωνία Plaza του 1985.
Η Συμφωνία Plaza και το «μάθημα» της Ιαπωνίας
Η Συμφωνία Plaza, που υπογράφηκε το 1985 από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ιαπωνία, τη Βρετανία, τη Γερμανία και τη Γαλλία, στόχευε στη διόρθωση των μεγάλων εμπορικών ανισορροπιών της εποχής. Στο πλαίσιό της, η Ιαπωνία αποδέχθηκε σημαντική ανατίμηση του γιεν έναντι του δολαρίου, ενώ οι συμμετέχουσες χώρες συμφώνησαν να παρέμβουν συντονισμένα στις αγορές συναλλάγματος ώστε να περιορίσουν την υπερβολική ισχύ του αμερικανικού νομίσματος.
Το αποτέλεσμα ήταν άμεσο. Μέχρι το 1986 το γιεν είχε ενισχυθεί κατά περίπου 46% έναντι του δολαρίου, περιορίζοντας τις πιέσεις για επιβολή προστατευτικών μέτρων κατά της Ιαπωνίας. Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή συνοδεύτηκε από σοβαρές παρενέργειες.
Πολλοί οικονομολόγοι θεωρούν ότι η απότομη ανατίμηση του ιαπωνικού νομίσματος συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία της μεγάλης «φούσκας» στις τιμές των ακινήτων και των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Η κατάρρευσή της οδήγησε στις περίφημες «χαμένες δεκαετίες» οικονομικής στασιμότητας που εξακολουθούν να σημαδεύουν την ιαπωνική οικονομία.
Γιατί η Κίνα απορρίπτει κάθε σύγκριση
Για το Πεκίνο, οι σημερινές εμπορικές αντιπαραθέσεις με τη Δύση θυμίζουν έντονα την αντιπαράθεση ΗΠΑ-Ιαπωνίας πριν από τέσσερις δεκαετίες. Τα επιχειρήματα που προβάλλονται σήμερα απέναντι στην Κίνα, υπερβολικό εμπορικό πλεόνασμα, κρατικές επιδοτήσεις, αθέμιτος ανταγωνισμός και εξαγωγές σε χαμηλές τιμές, μοιάζουν εντυπωσιακά με τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε τότε η Ιαπωνία, ιδιαίτερα στους τομείς των ηλεκτρονικών και των ημιαγωγών.
Για τον λόγο αυτό, η κινεζική ηγεσία δεν αντιμετωπίζει τη Συμφωνία Plaza ως παράδειγμα επιτυχημένης διεθνούς συνεργασίας. Αντίθετα, την ερμηνεύει ως μια στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών που επιτάχυνε την απώλεια της ανταγωνιστικότητας της ιαπωνικής μεταποίησης.
Η συγκεκριμένη αφήγηση προβάλλεται συστηματικά από τα κρατικά κινεζικά μέσα ενημέρωσης. Το πρακτορείο Xinhua έχει χαρακτηρίσει τη συμφωνία βασική αιτία της μακροχρόνιας οικονομικής στασιμότητας της Ιαπωνίας, ενώ πρόσφατο κύριο άρθρο της Global Times υποστήριξε ότι αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα οικονομικού εξαναγκασμού της Δύσης και όχι πρότυπο πολυμερούς συνεργασίας.
Ο κίνδυνος νέας εμπορικής αντιπαράθεσης
Παρότι οι δηλώσεις του Φρίντριχ Μερτς ενδεχομένως δεν αποσκοπούσαν στην προώθηση μιας πολιτικής περιορισμού της κινεζικής οικονομίας, στο Πεκίνο είναι πιθανό να εκληφθούν ακριβώς με αυτόν τον τρόπο.
Τα τελευταία χρόνια η Κίνα έχει αποδείξει ότι αντιδρά δυναμικά σε κάθε κίνηση που θεωρεί απόπειρα υπονόμευσης της οικονομικής της ισχύος. Οι αμερικανικοί δασμοί, οι περιορισμοί στις εξαγωγές προηγμένης τεχνολογίας αλλά και οι προτάσεις της κυβέρνησης Τραμπ για αποδυνάμωση του δολαρίου έχουν ήδη οδηγήσει σε σειρά κινεζικών αντιμέτρων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η απόφαση της 22ας Ιουνίου να ενταχθούν ακόμη δέκα αμερικανικές εταιρείες στον κατάλογο ελέγχου εξαγωγών σπάνιων γαιών, ως απάντηση στους αμερικανικούς περιορισμούς που αφορούν κινεζικούς ομίλους, μεταξύ των οποίων και η αυτοκινητοβιομηχανία ηλεκτρικών οχημάτων BYD. Το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου υποστήριξε ότι τα μέτρα ελήφθησαν για την προστασία της εθνικής ασφάλειας και των στρατηγικών συμφερόντων της χώρας.
Η Ευρώπη στο επίκεντρο
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι αντίστοιχα αντίποινα θα μπορούσαν στο μέλλον να στοχεύσουν και ευρωπαϊκά συμφέροντα. Ένα από τα ισχυρότερα διαπραγματευτικά όπλα της Κίνας παραμένει ο έλεγχος της αγοράς των σπάνιων γαιών, πρώτων υλών που είναι κρίσιμες τόσο για τη βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας όσο και για την αμυντική παραγωγή. Ενδεχόμενοι περιορισμοί στις εξαγωγές προς την Ευρώπη θα μπορούσαν να επηρεάσουν άμεσα τις προσπάθειες της ΕΕ να ενισχύσει την αμυντική της βιομηχανία απέναντι στις γεωπολιτικές προκλήσεις.
Παρά τις αυξανόμενες εντάσεις, οι Βρυξέλλες εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές από την Ουάσιγκτον ως προς το ενδεχόμενο μιας ανοιχτής εμπορικής σύγκρουσης με το Πεκίνο. Ωστόσο, η Κίνα αναμένεται να συνεχίσει τη γνώριμη στρατηγική της, επιδιώκοντας διμερείς σχέσεις με επιμέρους κράτη-μέλη της Ένωσης, αποδυναμώνοντας έτσι την προσπάθεια διαμόρφωσης μιας ενιαίας ευρωπαϊκής στάσης.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Κίνας εισέρχονται σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας. Καθώς το Πεκίνο επιδιώκει να διατηρήσει την πρωτοκαθεδρία του στη μεταποίηση και να κυριαρχήσει σε τεχνολογικούς τομείς που μέχρι πρόσφατα αποτελούσαν προνομιακό πεδίο των ευρωπαϊκών οικονομιών, οι εμπορικές και γεωοικονομικές αντιπαραθέσεις αναμένεται να ενταθούν τα επόμενα χρόνια.






