Ποια χρέη προς την εφορία χαρακτηρίζονται «ανεπίδεκτα είσπραξης»
Η ΑΑΔΕ εντάσσει επιπλέον 6 δισ. ευρώ στα «παγωμένα» χρέη έως το τέλος του 2026, χωρίς ωστόσο αυτά να διαγράφονται.
Γράφει ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Δημοσίευση 11/6/2026 | 09:30

Στα 41,2 δισ. ευρώ εκτιμάται ότι θα ανέλθουν τα μη εισπράξιμα χρέη προς το Δημόσιο έως το τέλος του 2026, καθώς η ΑΑΔΕ προχωρά σε νέα εκκαθάριση ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) προχωρά σε νέα εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο, εντάσσοντας επιπλέον χρέη ύψους 6 δισ. ευρώ στην κατηγορία των «ανεπίδεκτων είσπραξης» έως το τέλος του 2026. Το βήμα αυτό αποσκοπεί στη διαχωρισμό των ρεαλιστικά εισπράξιμων ποσών από εκείνα για τα οποία κάθε προσπάθεια ανάκτησης θεωρείται πρακτικά ανέφικτη.
Σύμφωνα με το επιχειρησιακό σχέδιο της ΑΑΔΕ, το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών που πρόκειται να μεταφερθούν αφορά μεγάλες υποθέσεις: περίπου 5,8 δισ. ευρώ προέρχονται από οφειλές άνω του 1,5 εκατ. ευρώ ανά περίπτωση, ενώ μόλις 200 εκατ. ευρώ αντιστοιχούν σε μικρότερες οφειλές.
Η συνολική εικόνα των ληξιπρόθεσμων οφειλών
Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία (Μάρτιος 2026), το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τη φορολογική διοίκηση ανέρχεται σε 114,516 δισ. ευρώ. Ήδη, ποσό 35,264 δισ. ευρώ — δηλαδή το 30,8% του συνόλου — έχει χαρακτηριστεί ως ανεπίδεκτο είσπραξης.
Με την προσθήκη των 6 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2026, το σχετικό υπόλοιπο εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στα 41,264 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας το 36% των συνολικών οφειλών. Ως ανεπίδεκτες είσπραξης χαρακτηρίζονται οφειλές για τις οποίες έχουν εξαντληθεί όλα τα διαθέσιμα εισπρακτικά μέσα και κάθε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά παραμένουν ανείσπρακτες επί δεκαετίες.
Τα κριτήρια χαρακτηρισμού
Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, όπως ορίζεται από τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό αυτό. Μεταξύ άλλων, απαιτείται η ολοκλήρωση ερευνών χωρίς εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων, η διαπίστωση αντικειμενικής αδυναμίας είσπραξης, καθώς και η άσκηση ποινικής δίωξης όπου προβλέπεται. Παράλληλα, απαιτείται ειδική αιτιολογημένη έκθεση ελέγχου από αρμόδιο ελεγκτή της ΑΑΔΕ.
Με τροποποιήσεις που επήλθαν στον ΚΕΔΕ το 2025, διευρύνθηκαν τα κριτήρια υπαγωγής, επιτρέποντας τον χαρακτηρισμό οφειλών ως ανεπίδεκτων ακόμη και όταν υφίστανται περιουσιακά στοιχεία, υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Ειδικότερα, η αξία της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη και των συνυπόχρεων δεν μπορεί να υπερβαίνει το 5% της βασικής οφειλής και σε κάθε περίπτωση τα 100.000 ευρώ, ενώ για την κινητή περιουσία τίθεται όριο 30.000 ευρώ.
Εναλλακτικά, αν η περιουσία υπερβαίνει τα 100.000 ευρώ, ως ανεπίδεκτο είσπραξης μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο το υπόλοιπο της οφειλής μετά την αφαίρεση ποσού που αντιστοιχεί στο διπλάσιο της αξίας των περιουσιακών στοιχείων. Ειδικές προβλέψεις ισχύουν επίσης για επιχειρήσεις σε εκκαθάριση ή πτώχευση, καθώς και για οφειλές αποβιωσάντων φορολογουμένων χωρίς περιουσία και χωρίς αποδοχή κληρονομιάς.
Δεν διαγράφονται — τι ισχύει για τους οφειλέτες
Η ένταξη στα ειδικά βιβλία ανεπίδεκτων είσπραξης δεν ισοδυναμεί με διαγραφή χρέους. Οι οφειλές παραμένουν καταγεγραμμένες για δέκα χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων αναστέλλεται η παραγραφή, ενώ οι οφειλέτες δεν μπορούν να λάβουν φορολογική ενημερότητα — παρά μόνο βεβαίωση οφειλής.
Παράλληλα, δύνανται να επιβάλλονται δεσμεύσεις σε τραπεζικούς και επενδυτικούς λογαριασμούς, καθώς και σε θυρίδες. Το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα να επανέλθει με μέτρα αναγκαστικής είσπραξης ή συμψηφισμούς, εφόσον προκύψουν νέα περιουσιακά στοιχεία ή μεταβληθεί η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη. Μετά τη δεκαετία, οι οφειλές επανεξετάζονται.






