ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Πώς αποκάλυψαν τον δολοφόνο της Ανθής στον Βελβεντό

Οι αστυνομικοί έβγαλαν μπροστά του, μέσα από το χώμα το άψυχο κορμί της γυναίκας του

 
Δημοσίευση 15/1/2016 | 11:12

Πώς αποκάλυψαν τον δολοφόνο της Ανθής στον Βελβεντό

Τρία σημαντικά λάθη, αλλά και οι πληροφορίες από την οικογένεια της Ανθής, ότι ήθελε να χωρίσει και να φύγει από τον Βελβεντό, πρόδωσαν τον 40χρονο σύζυγό της.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ο Τ.Τ. από τον Βελβεντό μπορεί να έχυνε δάκρυα ζητώντας να βρεθεί η γυναίκα του, ωστόσο δεν κατάφερε να σχεδιάσει το τέλειο έγκλημα.

Τα λάθη που τον πρόδωσαν είναι:

Τα παραπάνω αποτέλεσαν, σύμφωνα με τους αξιωματικούς της ΕΛΑΣ, τα τρωτά σημεία στο σενάριο απενεχοποίησης που είχε φτιάξει στο μυαλό του ο 40χρονος σύζυγος, στα οποία υπέπεσε σε επαναλαμβανόμενες αντιφάσεις. Ακόμη και μετά από 20 ώρες ανάκρισής του, επέμενε στη δική του εκδοχή. Το τέλος της ηθοποιίας του ήρθε όταν μεταφέρθηκε στο χωράφι και στο σημείο όπου είχε θάψει τη σορό της 37χρονης γυναίκας. Οι αστυνομικοί έβγαλαν μπροστά του, μέσα από το χώμα το άψυχο κορμί της γυναίκας του, όπως γράφει ο «Ελεύθερος Τύπος». Τότε κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να γλιτώσει.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Νωρίτερα, αστυνομικοί, πυροσβέστες και εθελοντές, χρησιμοποιώντας σιδηρόβεργες, τρυπούσαν το επίμαχο κομμάτι του χωραφιού, έως και μισό μέτρο βάθος, για να εντοπίσουν τα σημεία όπου το χώμα ήταν μαλακό και φρεσκοσκαμμένο. Έφθασαν εκεί όπου τελικά εντόπισαν τη σορό της γυναίκας, σε βάθος περίπου ενός μέτρου.

Ο ιατροδικαστής διαπίστωσε ότι αιτία θανάτου της 37χρονης Ανθής Λινάρδου ήταν ο πνιγμός. Ωστόσο, εντοπίστηκαν κακώσεις και εκχυμώσεις στο πρόσωπο και το κεφάλι, δείγμα ότι ο δράστης τη χτύπησε βάναυσα, για να την ακινητοποιήσει όταν εκείνη αμύνθηκε, και στη συνέχεια την έπνιξε.

Η 37χρονη, όταν είχαν έρθει στον Πειραιά προκειμένου να περάσουν τις γιορτές, είχε αποκαλύψει στον σύζυγό της την πρόθεσή της να χωρίσουν, να φύγει από την Κοζάνη και να πάρει την επιμέλεια των τριών τους παιδιών. Αυτήν την πρόθεσή της την εξέφρασε πιο επιτακτικά το βράδυ του μοιραίου Σαββάτου.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Μόλις σταμάτησε να αναπνέει, πήγα στο διπλανό δωμάτιο για να δω αν είχαν ξυπνήσει τα παιδιά. Κοιμόντουσαν, ενώ και οι γονείς μου, που ήταν στο κάτω διαμέρισμα, δεν είχαν ακούσει τις φωνές της. Έπειτα σκέφτηκα πώς θα εξαφανίσω το πτώμα» ήταν οι πρώτες φράσεις του δολοφόνου της 37χρονης Ανθής Λινάρδου, όταν πλέον οι αστυνομικοί είχαν καταφέρει να τεκμηριώσουν τα στοιχεία της ενοχής του.

Πολύ ήρεμος και με σταθερό λόγο, όπως αναφέρουν οι αστυνομικοί, συνέχισε να περιγράφει: «Όταν σιγουρεύτηκα ότι κανείς δεν είχε ξυπνήσει, την τύλιξα με μία κουβέρτα. Την πήρα στην πλάτη και τη μετέφερα στο υπόγειο γκαράζ, όπου ήταν το φορτηγάκι. Θυμήθηκα ότι μέσα είχα ένα φτυάρι, όπως και ότι τις προηγούμενες ημέρες είχα βγάλει έναν μεγάλο βράχο από το χωράφι και είχε παραμείνει η τρύπα στο έδαφος. Την έβαλα στο αυτοκίνητο και πήγα στο χωράφι, χωρίς να περάσω από το κέντρο του χωρίου, γιατί φοβόμουν μη με δει κανείς. Την έβαλα στον λάκκο και την έθαψα πρόχειρα με το φτυάρι. Μετά από μερικές ώρες, τα ξημερώματα της Κυριακής, πήγα πάλι στο χωράφι και πέρασα με φρέζα το συγκεκριμένο κομμάτι, για να μην καταλάβει κανένας τίποτα».

Σε μία άτυπη αναπαράσταση των φρικτών στιγμών της άγριας δολοφονίας, ο 40χρονος Αναστάσιος Τσιουχάρας περιέγραψε με κινήσεις τον τρόπο του εγκλήματος, έως ότου εκείνη σταματήσει να αναπνέει, ενώ η μοναδική στιγμή που φαίνεται να δήλωσε ότι μετάνιωσε για την πράξη του ήταν στην τελευταία ερώτηση του αστυνομικού, όταν του διάβασε την απολογία του, προκειμένου να συμπεριληφθεί στη δικογραφία της υπόθεσης.

ΜΗΝ ΧΑΣΕΤΕ
ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ