Η 14η Ιουλίου είναι για τη Γαλλία η απόλυτη εθνική γιορτή. Είναι η μέρα που το Παρίσι φλέγεται από τους εορτασμούς για την Άλωση της Βαστίλης, το γεγονός που άλλαξε την πορεία του δυτικού κόσμου και γκρέμισε την απόλυτη μοναρχία.
Όλοι έχουμε στο μυαλό μας την επική εικόνα χιλιάδων εξαγριωμένων πολιτών να ισοπεδώνουν ένα τρομακτικό δεσμωτήριο για να απελευθερώσουν εκατοντάδες βασανισμένους επαναστάτες.
Η πραγματική ιστορία, όμως, έχει μια τάση να είναι πολύ πιο ειρωνική, γεμάτη από άγνωστα, τραγελαφικά περιστατικά που αποδεικνύουν ότι η επίσημη Ιστορία γράφεται συχνά με μια γερή δόση παρασκηνίου.
Το ημερολόγιο του Λουδοβίκου ΙΣΤ': «Σήμερα... Rien»
Ένα από τα πιο απίστευτα και ιστορικά επιβεβαιωμένα ανέκδοτα της 14ης Ιουλίου 1789 αφορά την αντίδραση του ίδιου του Βασιλιά της Γαλλίας, Λουδοβίκου ΙΣΤ'. Ενώ στους δρόμους του Παρισιού παιζόταν το μέλλον του στέμματός του, ο ίδιος βρισκόταν μερικά χιλιόμετρα μακριά, στις Βερσαλλίες, απολαμβάνοντας το αγαπημένο του χόμπι: το κυνήγι.
Το βράδυ εκείνης της ιστορικής ημέρας, ο βασιλιάς κάθισε στο γραφείο του για να ενημερώσει το προσωπικό του ημερολόγιο. Στη σελίδα της 14ης Ιουλίου έγραψε μία και μοναδική λέξη: «Rien» (Τίποτα). Για τον Λουδοβίκο, επειδή η κυνηγετική του εξόρμηση είχε αποτύχει και δεν είχε καταφέρει να σκοτώσει κανένα θήραμα, η μέρα ήταν εντελώς ασήμαντη!

Το σοκ ήρθε μέσα στη νύχτα. Ο δούκας ντε Λιανκούρ τον ξύπνησε εσπευσμένα για να του ανακοινώσει ότι ο λαός κατέλαβε τη Βαστίλη και ο διοικητής της αποκεφαλίστηκε. Ο βασιλιάς, τρίβοντας τα μάτια του, ρώτησε έκπληκτος: «Μα, είναι στάση;», για να λάβει την ιστορική και αποστομωτική απάντηση από τον δούκα: «Όχι, μεγαλειότατε. Είναι επανάσταση».
Το μεγάλο παράδοξο: Μόλις 7 κρατούμενοι σε ένα «τρομακτικό» φρούριο
Η Βαστίλη είχε τη φήμη ενός σκοτεινού, απροσπέλαστου δεσμωτηρίου, όπου ο βασιλιάς έκλεινε όποιον τολμούσε να αμφισβητήσει την εξουσία του, αφήνοντάς τον να σαπίσει στις αλυσίδες. Όταν οι επαναστάτες έσπασαν τις πύλες, περίμεναν να αντικρίσουν εκατοντάδες πολιτικούς κρατούμενους και ήρωες της ελευθερίας.
Αντί γι' αυτό, βρήκαν μέσα στο τεράστιο μεσαιωνικό κάστρο μόλις επτά (7) ανθρώπους! Και το πιο ειρωνικό; Κανείς τους δεν ήταν πολιτικός αντιφρονών ή επαναστάτης:
- Οι τέσσερις ήταν κοινοί παραχαράκτες που είχαν συλληφθεί για πλαστογραφία συναλλαγματικών.
- Οι δύο ήταν ψυχικά ασθενείς (μάλιστα ο ένας, ένας Ιρλανδός με τεράστια γενειάδα, ήταν πεπεισμένος ότι είναι ο Ιούλιος Καίσαρας και υποδέχτηκε τους επαναστάτες με βασιλικές τιμές).
- Ο έβδομος ήταν ένας έκφυλος αριστοκράτης, ο οποίος είχε κλειστεί εκεί μετά από απαίτηση της ίδιας της οικογένειάς του, επειδή η συμπεριφορά του ντρόπιαζε το όνομά τους.

Λίγες μέρες νωρίτερα, μάλιστα, είχε μεταφερθεί από εκεί και ο διαβόητος Μαρκήσιος ντε Σαντ, ο οποίος είχε αρχίσει να φωνάζει από το παράθυρο του κελιού του ότι «σφάζουν τους κρατούμενους», ξεσηκώνοντας τον κόσμο απ' έξω!
Δεν ήθελαν την ελευθερία, ήθελαν... τo μπαρούτι
Αν, λοιπόν, οι κρατούμενοι ήταν ελάχιστοι και σχεδόν ασήμαντοι, γιατί ο λαός του Παρισιού ρίσκαρε τη ζωή του για να πέσει η Βαστίλη; Η απάντηση δεν ήταν ιδεολογική, αλλά καθαρά πρακτική.
Τις προηγούμενες ημέρες, οι επαναστάτες είχαν καταφέρει να κλέψουν χιλιάδες μουσκέτα (όπλα) από το ξενοδοχείο των Απομάχων (Les Invalides), αλλά δεν είχαν καθόλου πολεμοφόδια. Δύο μέρες πριν, οι βασιλικές δυνάμεις είχαν μεταφέρει και αποθηκεύσει στα υπόγεια της Βαστίλης 250 βαρέλια πυρίτιδας.
Ο λαός, επομένως, δεν επιτέθηκε στο φρούριο για να γκρεμίσει ένα σύμβολο ή για να σώσει φυλακισμένους, αλλά επειδή χρειαζόταν απεγνωσμένα την μπαρούτη για να μπορέσει να πολεμήσει. Η Βαστίλη απλώς έτυχε να είναι η αποθήκη.
Η γέννηση ενός μύθου
Η Άλωση της Βαστίλης ήταν μια χαοτική, αιματηρή και σε πολλές στιγμές παρεξηγημένη μέρα. Ωστόσο, η Ιστορία χρειάζεται μεγάλα σύμβολα. Η πτώση αυτού του πέτρινου όγκου στο κέντρο του Παρισιού έδειξε στον λαό ότι το καθεστώς δεν ήταν άτρωτο.
Ακόμα κι αν ο Βασιλιάς έβλεπε μια «βαρετή» μέρα χωρίς κυνήγι κι ας χρειάστηκε να απελευθερωθούν μόλις επτά άνθρωποι, η 14η Ιουλίου 1789 έμεινε στην ιστορία ως η στιγμή που ο απλός κόσμος πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Και αυτό, τελικά, δεν ήταν καθόλου «τίποτα».
Πηγή Φωτογραφιών: Wikimedia Commons







