Η Γενεύη μετατρέπεται ξανά στο επίκεντρο της παγκόσμιας προσοχής, καθώς Ρωσία και Ουκρανία εγκαινιάζουν έναν κρίσιμο γύρο διαπραγματεύσεων υπό την άμεση διαμεσολάβηση της Ουάσιγκτον.
Παρά το γεγονός ότι οι δύο αντιπροσωπείες κάθονται στο ίδιο τραπέζι, το κλίμα παραμένει παγερό, καθώς οι προσδοκίες για μια άμεση κατάπαυση του πυρός προσκρούουν στην ωμή πραγματικότητα των πεδίων των μαχών. Οι βαθιές διαφωνίες για το εδαφικό καθεστώς και την αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ευρώπης μοιάζουν, προς το παρόν, με αγεφύρωτο χάσμα.
Παρότι η κόπωση από την πολυετή σύγκρουση είναι έκδηλη και στα δύο στρατόπεδα, Κίεβο και Μόσχα προσέρχονται στις συνομιλίες με αδιαπραγμάτευτες θέσεις. Η διαδικασία, που τελεί υπό την αυστηρή εποπτεία των ΗΠΑ, έχει θέσει έναν φιλόδοξο «ορίζοντα» λύσης έως τον προσεχή Ιούνιο. Η ουκρανική πλευρά απαιτεί θωρακισμένες εγγυήσεις ασφαλείας από τη Δύση για να προστατεύσει την εδαφική της ακεραιότητα, ενώ το Κρεμλίνο αξιώνει την de facto αναγνώριση των εδαφικών του κερδών και την άμεση άρση των οικονομικών κυρώσεων.
Ρωσία – Ουκρανία: Το «ναρκοπέδιο» των εδαφικών παραχωρήσεων
Το κρισιμότερο σημείο των διαβουλεύσεων παραμένει ο έλεγχος της γης. Στο τραπέζι τίθεται το φλέγον ερώτημα: ποια τμήματα της ανατολικής Ουκρανίας θα παραμείνουν υπό την κυριαρχία του Κιέβου και ποια θα αποτελέσουν το «τίμημα» για ένα πάγωμα του μετώπου υπέρ της Ρωσίας.
Για τον Πρόεδρο Ζελένσκι, οποιαδήποτε παραχώρηση εδαφών αποτελεί πολιτική «βόμβα» για το εσωτερικό της χώρας, ενώ για τον Βλαντίμιρ Πούτιν, η κατοχύρωση των κατεχομένων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να παρουσιάσει την επιχείρηση ως στρατηγική νίκη.
Παράλληλα, το ζήτημα των εγγυήσεων ασφαλείας παραμένει εκρηκτικό. Το Κίεβο αναζητά δεσμευτικούς μηχανισμούς που θα αποτρέψουν μια μελλοντική εισβολή, με την κυβέρνηση Τραμπ να προτείνει ένα σύνθετο δίκτυο διμερών αμυντικών συμφωνιών. Από την άλλη, η Μόσχα ανθίσταται σε κάθε σενάριο που θα μπορούσε να φέρει την Ουκρανία στην τροχιά του ΝΑΤΟ, επιμένοντας σε μια αποστρατικοποιημένη ζώνη και αυστηρούς περιορισμούς στη δυτική στρατιωτική βοήθεια.
Η αμερικανική παρέμβαση και το βάρος της διαμεσολάβησης
Οι συνομιλίες στην ελβετική πόλη καθοδηγούνται από κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ, με τον επιχειρηματία Στιβ Γουίτκοφ και τον Τζάρεντ Κούσνερ να αναλαμβάνουν ρόλους-κλειδιά στη γεφύρωση των διαφορών.
Η επιλογή της Γενεύης υπογραμμίζει τον παραδοσιακό ρόλο της Ελβετίας ως ουδέτερου διαιτητή, μια δυναμική που έχει παγιωθεί από το 2025, λειτουργώντας ως ο μοναδικός χώρος όπου η τριμερής επικοινωνία μεταξύ Μόσχας, Κιέβου και Ουάσιγκτον παραμένει εφικτή.
Στην ουκρανική πλευρά, ο Ρουστέμ Ουμιέροφ και ο Κίριλο Μπουντάνοφ καλούνται να διαχειριστούν μια εξαιρετικά δύσκολη ισορροπία: να επιδιώξουν την ειρήνη χωρίς να υπογράψουν μια συμφωνία που θα νομιμοποιεί τη ρωσική κατοχή.
Απέναντί τους, ο Βλαντίμιρ Μεντίνσκι και οι Ρώσοι αξιωματούχοι των μυστικών υπηρεσιών έχουν σαφείς εντολές να μην υποχωρήσουν σε καμία θέση που θα μπορούσε να αποδυναμώσει το στρατηγικό πλεονέκτημα του Κρεμλίνου στην περιοχή.
Χαμηλές προσδοκίες και το ρίσκο της αποτυχίας
Παρά τη διπλωματική κινητικότητα που ξεκίνησε από το Άμπου Ντάμπι και το Βερολίνο για να καταλήξει στη Γενεύη, η πραγματική πρόοδος είναι πενιχρή. Το «παράθυρο ευκαιρίας» που επικαλούνται οι διαμεσολαβητές κινδυνεύει να κλείσει ανά πάσα στιγμή, ειδικά αν η Ρωσία συνεχίσει τα πλήγματα στις ενεργειακές υποδομές της Ουκρανίας.
Όπως επισημαίνουν οι New York Times, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι προειδοποιεί ότι η συνεχιζόμενη επιθετικότητα της Μόσχας δηλητηριάζει κάθε προσπάθεια εμπιστοσύνης, καθιστώντας τον συμβιβασμό πολιτικά ανέφικτο.
Τέλος, στην Ουάσιγκτον, ο Ντόναλντ Τραμπ πιέζει για μια συμφωνία-εξπρές πριν από το καλοκαίρι, θέλοντας να απεμπλακεί από ένα μέτωπο που κοστίζει δισεκατομμύρια και δοκιμάζει την υπομονή των Αμερικανών ψηφοφόρων. Ωστόσο, διπλωματικοί κύκλοι τονίζουν ότι το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: διαθέτουν οι δύο ηγέτες την πολιτική βούληση να αποδεχτούν το τεράστιο κόστος ενός επώδυνου συμβιβασμού;







