«Κατέβασε το φερμουάρ του...»: Στη δημοσιότητα η καταγγελία γυναίκας σε βάρος του Τραμπ για σeξουαλική κακοποίηση
Είναι διαταραγμένη, λέει ο Λευκός Οίκος
Δημοσίευση 6/3/2026 | 20:05

Έγγραφα του FBI, που σχετίζονται με κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης σε βάρος του Ντόναλντ Τραμπ και τα οποία είχαν εξαφανιστεί από την αρχική κυκλοφορία των αρχείων Επστάιν, δόθηκαν τελικά στη δημοσιότητα από το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, έπειτα από πολλές αντιδράσεις και δημοσιεύματα, που «καυτηρίαζαν» την απουσία τους.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης ανέφερε ότι τα έγγραφα αυτά είχαν καταχωρηθεί λανθασμένα ως «αντίγραφα», κάτι που εμπόδιζε την εμφάνισή τους στο κοινό. Η υπηρεσία διορθώθηκε και έδωσε στη δημοσιότητα τα έγγραφα, τα οποία περιλαμβάνουν συνεντεύξεις και σημειώσεις από τρεις ξεχωριστές συνεντεύξεις του FBI με μία γυναίκα, που ισχυρίζεται ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από τον Τζέφρι Επστάιν και τον Ντόναλντ Τραμπ.
Justice Department releases missing FBI interviews in Epstein files with woman who made claims against Trump https://t.co/OFG1s83RP5 https://t.co/OFG1s83RP5
— Reuters (@Reuters) March 6, 2026
Ο Τραμπ έχει αρνηθεί κατηγορηματικά κάθε παράνομη ενέργεια, υποστηρίζοντας ότι τα αρχεία Επστάιν τον αθωώνουν. Σύμφωνα, δε, με τη δήλωση εκπροσώπου Τύπου του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, οι κατηγορίες είναι «απολύτως αβάσιμες» και «δεν στηρίζονται σε καμία αξιόπιστη απόδειξη». Προχωρώντας, δε, ένα βήμα παραπέρα, επιχείρησε να αποδομήσει τη μαρτυρία, κάνοντας λόγο για μία «θλιβερά διαταραγμένη γυναίκα, που έχει εκτεταμένο ποινικό μητρώο».
Η γυναίκα, από τη Νότια Καρολίνα, είχε καταθέσει στις Αρχές μετά τη σύλληψη του Επστάιν, το 2019, και ισχυρίστηκε ότι ο Επστάιν την βίασε στο Χίλτον Χεντ, όταν εκείνη ήταν 13 ετών. Η κακοποίηση φέρεται να συνέβη περί το 1984, σύμφωνα με τη σύνοψη μίας συνέντευξης του FBI. Το FBI πραγματοποίησε τέσσερις επαναληπτικές συνεντεύξεις το 2019, με ημερομηνίες 24 Ιουλίου, 7 Αυγούστου, 20 Αυγούστου και 16 Οκτωβρίου. Αυτές οι συνεντεύξεις αποκαλύφθηκαν ως μέρος της λίστας αποδεικτικών στοιχείων κατά της Γκισλέιν Μάξγουελ, πρώην φίλης του Επστάιν και καταδικασμένης συνεργού του.
Στη δεύτερη συνέντευξη, η γυναίκα περιέγραψε περαιτέρω περιστατικά κακοποίησης από τον Επστάιν, αλλά και από ορισμένους άνδρες συνεργάτες του. Ανέφερε ότι ο χρηματιστής «την οδήγησε ή/και την πέταξε είτε στη Νέα Υόρκη είτε στο Νιου Τζέρσεϊ» όταν εκείνη ήταν μεταξύ 13 και 15 ετών, και την μετέφερε σε ένα «πολύ ψηλό κτίριο με μεγάλα δωμάτια». Εκεί, σύμφωνα με την ίδια, ο Επστάιν την σύστησε στον Τραμπ.
Ο Τραμπ ζήτησε από τους υπόλοιπους να αποχωρήσουν από το δωμάτιο που συναντήθηκαν και «είπε κάτι σαν: "Άσε με να σου μάθω πώς πρέπει να είναι τα μικρά κορίτσια"», όπως κατέγραψαν οι πράκτορες, μεταφέροντας τα λόγια της. To Politico, στο σημείο αυτό, επισημαίνει πως η γυναίκα ανέφερε ότι στον Τραμπ δεν άρεσε που η ίδια ήταν «αγοροκόριτσο».
Στη συνέχεια, ο σημερινός πρόεδρος των ΗΠΑ άνοιξε το φερμουάρ του παντελονιού του και έβαλε το κεφάλι της «κάτω στο πέος του», όπως ανέφερε η γυναίκα στους πράκτορες.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, η ίδια τον δάγκωσε, με αποτέλεσμα εκείνος να την χτυπήσει και να πει «κάτι σαν: "Πάρτε αυτή τη μικρή σκύλα από εδώ"». Αργότερα, κατά τη διάρκεια της ίδιας συνέντευξης, η γυναίκα δήλωσε ότι άκουσε τον Τραμπ και τον Επστάιν να συζητούν για τον εκβιασμό ανθρώπων από τον χρηματιστή. Επιπλέον, είπε ότι άκουσε τον Τραμπ «να μιλάει για ξέπλυμα χρήματος μέσω καζίνο».
The Department of Justice on Thursday released three previously withheld FBI interview reports from 2019 related to a woman who made uncorroborated allegations that she was abused by Donald Trump in the 1980s, when she was a minor.
— ABC News (@ABC) March 6, 2026
@jayobtv reports. https://t.co/EZ4zkM5KVq pic.twitter.com/hbwYS75ts4
Κατά την τρίτη συνέντευξή της με το FBI, περίπου τρεις εβδομάδες αργότερα, οι πράκτορες κατέγραψαν ότι η γυναίκα ανέφερε πως δεχόταν απειλητικά τηλεφωνήματα. Όπως ισχυρίστηκε, πίστευε ότι αυτά σχετίζονταν με τον Επστάιν ή τον Τραμπ, ενώ ανέφερε και απόπειρες σε βάρος της, ενώ οδηγούσε, από άλλους οδηγούς, να την βγάλουν από τον δρόμο.
Στην τέταρτη συνάντηση με τους πράκτορες, περίπου δύο μήνες μετά την προηγούμενη, η γυναίκα δεν συνοδευόταν από δικηγόρο, σε αντίθεση με ό,τι είχε συμβεί στις προηγούμενες συναντήσεις. Δήλωσε ότι ένιωθε άβολα με την ηχογράφηση της συζήτησης και ρώτησε τους πράκτορες «ποιο είναι το νόημα» να συνεχίσει με τις κατηγορίες, καθώς η προθεσμία παραγραφής πιθανότατα είχε παρέλθει.
Στο σημείωμα αναφερόταν ότι οι πράκτορες την προέτρεψαν «να πάει σπίτι και να πάρει όσο χρόνο χρειαζόταν, για να σκεφτεί αν θα μιλήσει περαιτέρω» μαζί τους.
Δεν είναι ξεκάθαρο ποια ήταν τελικά η εξέλιξη της έρευνας του FBI σχετικά με τους ισχυρισμούς της γυναίκας. Σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που αντάλλαξαν πράκτορες του FBI το περασμένο καλοκαίρι και περιλαμβάνεται στα αρχεία του υπουργείου Δικαιοσύνης, αναφέρεται ότι «ένα αναγνωρισμένο θύμα κατήγγειλε κακοποίηση από τον Τραμπ, αλλά τελικά αρνήθηκε να συνεργαστεί». Ωστόσο, δεν διευκρινίζεται αν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.
Παράλληλα, σε μία ακόμη αγωγή που είχε κατατεθεί κατά της περιουσίας του Επστάιν, γίνεται αναφορά σε θύμα που κατήγγειλε ότι ο χρηματοδότης την είχε κακοποιήσει στη Νότια Καρολίνα και την είχε μεταφέρει σε συγκεντρώσεις στη Νέα Υόρκη με «επιφανείς, πλούσιους άνδρες», στοιχεία που μοιάζουν με ορισμένες από τις καταγγελίες που καταγράφηκαν στις συνεντεύξεις του FBI. Στην αγωγή αυτή, πάντως, δεν γίνεται αναφορά στον Τραμπ.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης δεν έχει διευκρινίσει μέχρι στιγμής γιατί οι περιγραφές των συνεντεύξεων που σχετίζονται με τον Τραμπ δεν είχαν δημοσιοποιηθεί αρχικά. Πάντως, την περασμένη εβδομάδα ανακοίνωσε ότι ξεκίνησε νέα επανεξέταση για να διαπιστωθεί αν ορισμένα έγγραφα «επισημάνθηκαν ακατάλληλα κατά τη διαδικασία επανεξέτασης». Σε περίπτωση που αυτό επιβεβαιωθεί, το υπουργείο ανέφερε ότι θα προχωρήσει στη δημοσιοποίησή τους.
Βάσει της νομοθεσίας, το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει τη δυνατότητα να μην δημοσιοποιεί αρχεία που είναι διπλότυπα, εμπιστευτικού χαρακτήρα ή αποτελούν μέρος ενεργής ομοσπονδιακής έρευνας.






