Σκάνδαλο στη Balenciaga: Οι καταγγελίες που οδήγησαν στην απόλυση κορυφαίου στελέχους
Καλούσε εργαζόμενες να ζυγίζονται μπροστά του και τους έδειχνε δονητές
Δημοσίευση 1/7/2026 | 10:58

Φράσεις όπως «κορίτσια, είναι ώρα για σεξ», που φέρεται να εκφωνούνταν μιμούμενος τον ήχο κουδουνιού, αλλά και ευθείες προσβλητικές αναφορές στο σώμα εργαζομένων, όπως «εσύ τρως συνέχεια», «έχεις παχύνει» και «κάνε στην άκρη, αυτή είναι η σειρά για όσες έχουν στήθος κι εσύ δεν έχεις», φέρονται να συνέθεταν το καθημερινό κλίμα στο εργοστάσιο της Balenciaga στο Σκαντίτσι της Ιταλίας.
Η υπόθεση οδήγησε στην άμεση απόλυση υψηλόβαθμου στελέχους του οίκου μόδας, με ετήσιες απολαβές που έφταναν τις 250.000 ευρώ. Σύμφωνα με την Corriere Fiorentino, η απόφαση της maison επιβεβαιώθηκε πλέον και από το Εργατικό Τμήμα του Δικαστηρίου της Φλωρεντίας, το οποίο απέρριψε την προσφυγή του πρώην μάνατζερ.
Σύμφωνα με τους δικαστές, εξαιτίας της συμπεριφοράς του, στους χώρους της εταιρείας «δημιουργήθηκε ένα εργασιακό περιβάλλον που χαρακτηριζόταν από έλλειψη σεβασμού, ταπεινωτικό και εξευτελιστικό για τις εργαζόμενες».
Η καριέρα του μάνατζερ στον όμιλο Balenciaga είχε ξεκινήσει το 2015. Μέσα από διαδοχικές προαγωγές, ο ίδιος είχε φτάσει να κατέχει θέσεις υψηλής ευθύνης και κύρους. Η ανατροπή ήρθε το 2023, όταν η διοίκηση κοινοποίησε την έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας.
Όλα ξεκίνησαν από εσωτερικό έλεγχο της εταιρείας, που πραγματοποιήθηκε μετά τη λήψη ανώνυμων καταγγελιών. Σε σχετικό ερωτηματολόγιο, οι εργαζόμενες του τμήματος που συνεργάζονταν καθημερινά μαζί του είχαν δώσει εξαιρετικά χαμηλή βαθμολογία στην κατηγορία «διακρίσεις». Λίγο αργότερα, σε ειδική συνάντηση διερεύνησης, οι εργαζόμενες εμφανίστηκαν αμήχανες και απρόθυμες να εξηγήσουν τους λόγους αυτής της αξιολόγησης.
Προκειμένου να αποσαφηνιστεί η κατάσταση και να σπάσει το κλίμα φόβου, η εταιρεία ξεκίνησε στοχευμένη έρευνα, οργανώνοντας ατομικές και εμπιστευτικές συναντήσεις με τις εργαζόμενες, χωρίς την παρουσία προϊσταμένων. Σε αυτό το προστατευμένο πλαίσιο, ήρθαν στο φως καταγγελίες για «ανεπιθύμητες συμπεριφορές» σε βάρος εργαζομένων: συνολικά 18 περιστατικά, τα οποία φέρονται να σημειώθηκαν από το 2021 έως το 2023 και οδήγησαν την Balenciaga στην απόφαση απόλυσης στις 27 Νοεμβρίου του ίδιου έτους.
Ενώπιον του Δικαστηρίου της Φλωρεντίας παρουσιάστηκε μια σειρά από καταγγελλόμενες παρενοχλητικές και προσβλητικές συμπεριφορές, οι οποίες, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, επιβεβαιώθηκαν από τις μαρτυρίες γυναικών του τμήματος. Ο μάνατζερ φέρεται να προέβαινε σε σeξουαλικά υπονοούμενα, ακόμη και σε περιπτώσεις που αφορούσαν την εμφάνιση εργαζομένων, ενώ φέρεται να έκανε επανειλημμένα σχόλια για το βάρος τους.
Σε μία εργαζόμενη, σύμφωνα με τις καταγγελίες, είχε πει «εσύ τρως συνέχεια» και «έχεις παχύνει», ενώ φέρεται να μετέφερε ζυγαριά στο γραφείο, καλώντας την να ζυγίζεται καθημερινά μπροστά του.
Τα προσβλητικά σχόλια φέρονται να επεκτείνονταν και στην προσωπική, φυλετική και θρησκευτική ταυτότητα εργαζομένων. Σε άλλη υπάλληλο, ο άνδρας φέρεται να ρώτησε: «Είσαι Μαροκινή;». Όταν εκείνη απάντησε αρνητικά, λέγοντας «όχι, είμαι Εβραία», εκείνος φέρεται να ανταπάντησε με χυδαίο σχόλιο σeξουαλικού και θρησκευτικού χαρακτήρα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη δίκη, οι συμπεριφορές του στελέχους δεν περιορίζονταν σε λεκτικές επιθέσεις, αλλά περιλάμβαναν και δημόσιους εξευτελισμούς. Σε περιστατικό του 2022, κατά τη διάρκεια επαγγελματικής συνάντησης, φέρεται να έδεσε εργαζόμενη σε καρέκλα με λάστιχο, παρουσία συναδέλφων.
Στους διαδρόμους της εταιρείας, σύμφωνα με τις καταγγελίες, είχαν γίνει συχνό φαινόμενο η επίδειξη δονητών σε εργαζόμενες, τα σεξιστικά σχόλια για το στήθος τους, οι σφαλιάρες στα οπίσθια και οι συνεχείς παροτρύνσεις να μην φορούν σουτιέν ή άλλα εσώρουχα στον χώρο εργασίας.
Ο πρώην μάνατζερ επιχείρησε να αντικρούσει τις κατηγορίες τόσο στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας όσο και ενώπιον της Δικαιοσύνης. Ωστόσο, η δικαστής Μπάρμπαρα Φατάλε απέρριψε την προσφυγή του, επιβεβαιώνοντας τη νομιμότητα της απόλυσης για σπουδαίο λόγο.
Στο σκεπτικό της απόφασης, το Δικαστήριο υπογράμμισε τη σοβαρότητα της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί στο εργοστάσιο, σημειώνοντας ότι είχε δημιουργηθεί «ένα εργασιακό περιβάλλον που χαρακτηριζόταν από έλλειψη σεβασμού, ταπεινωτικό και εξευτελιστικό για τις εργαζόμενες».
Η συμπεριφορά του στελέχους καταδικάστηκε με αυστηρότητα από τους δικαστές, οι οποίοι έκριναν ότι οι πράξεις του έδειχναν «αδιαφορία και περιφρόνηση απέναντι στην επαγγελματική υπόσταση και την αξιοπρέπεια των συναδέλφων του», χαρακτηρίζοντάς τες «εξευτελιστικές και ταπεινωτικές».






