E-Daily

Μπορεί κάποιος να ελέγχει το μυαλό μας;

Το πείραμα του Μιλγκραμ που άλλαξε για πάντα το κόσμο της ψυχολογίας

Γράφει ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

3/11/2016 | 00:13

Ο κόσμος μόλις έβγαινε από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η επιστημονική κοινότητα έψαχνε απαντήσεις, για τα εγκλήματα που διέπραξαν με τόση ευκολία οι ναζιστές. Πως ήταν τόσο υπάκουοι; Πως εκτελούσαν διαταγές χωρίς να τις επεξεργάζονται; Οι θεωρίες πολλές, αλλά καμια επιστημονικά τεκμηριωμένη απάντηση.

Μέσα στο πλαίσιο των ερευνών, ένας 27χρονος επίκουρος καθηγητής ψυχολογίας στο Γέιλ, ο Στάνλει Μίλγκραμ, πραγματοποιεί ένα πείραμα. Ένα από τα πιο γνωστά αντιδεοντολογικά πειράματα της ψυχολογίας, ουσιαστικά μια «φάρσα» που ξεγύμνωσε την ανθρώπινη ψυχή, το πείραμα του Μίλιγκραμ. 

Με μια αγγελία σε μια εφημερίδα, ζητάει άνδρες για να πάρουν μέρος σε μια έρευνα για τη μνήμη.

Στο πείραμα συμμετείχαν κάθε φορά δύο άτομα, τα οποία μετά από εικονική κλήρωση αναλάμβαναν είτε το ρόλο του μαθητή είτε το ρόλο του δασκάλου. Στην πραγματικότητα ο μαθητής ήταν ο συνεργός του ερευνητή και ο δάσκαλος ο πραγματικός συμμετέχων που είχε ως έργο του να υποβάλλει σε ηλεκτροσόκ τον μαθητή, η ένταση του οποίου ήταν αυξανόμενη κάθε φορά που ο μαθητής έκανε λάθος στην απομνημόνευση λέξεων.

Για να καταλάβετε το πείραμα θα ακολουθήσουν πραγματικοί διάλογοι, όπως καταγράφηκαν στην μελέτη του Μίλγκραμ:

«Θα λέτε την πρώτη λέξη από τα ζεύγη στο μαθητευόμενο. Αν κάνει λάθος θα σηκώσετε το πρώτο μοχλό και θα υποστεί ένα ηλεκτροσόκ 15 βολτ. Σε κάθε λάθος θα σηκώνετε τον αμέσως επόμενο μοχλό», λέει ο πειραματιστής και ο «δάσκαλος» αισθάνεται ήδη καλά που δεν του έτυχε στην κλήρωση ο άλλος ρόλος.

Το πείραμα ξεκινάει. Ο «δάσκαλος» λέει τις λέξεις από το μικρόφωνο. Ο «μαθητευόμενος», ήδη τρομαγμένος, απαντάει σωστά, αλλά όχι για πολύ. Μόλις κάνει το πρώτο λάθος ο «δάσκαλος» γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος του λέει να προχωρήσει στο πρώτο ηλεκτροσόκ. Ο «δάσκαλος» υπακούει. 15 βολτ δεν είναι πολλά, αλλά ο «μαθητευόμενος» έχει αλλάξει ήδη γνώμη. Παρ’ όλα αυτά απαντάει σωστά σε άλλη μια ερώτηση, αλλά στο επόμενο λάθος δέχεται 30 βολτ. «Αφήστε να φύγω», λέει ο «μαθητευόμενος» που δεν μπορεί να λυθεί. «Δε θέλω να συμμετάσχω σε αυτό το πείραμα».

Ο «δάσκαλος» κοιτάει τον πειραματιστή. Εκείνος του κάνει νόημα να συνεχίσει. Τα βολτ αυξάνονται και τώρα πια ο πόνος είναι εμφανής στο πρόσωπο του «μαθητευόμενου», που εκλιπαρεί να τον αφήσουν ελεύθερο. Στα 200 βολτ ταρακουνιέται ολόκληρος. Ο «δάσκαλος» πριν κάθε ηλεκτροσόκ γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος, με σταθερή φωνή, του λέει ότι το πείραμα πρέπει να συνεχιστεί.

Ο «δάσκαλος» συνεχίζει να βασανίζει έναν άγνωστο, έναν απλό φοιτητή που κλαίει, ζητάει τη βοήθεια του Θεού και παρακαλεί να τον λυπηθούν. Δεν μπορεί πια να απαντήσει στις ερωτήσεις, αλλά ο πειραματιστής λέει στο «δάσκαλο»:
«Τη σιωπή την εκλαμβάνουμε ως αποτυχημένη απάντηση και συνεχίζουμε με την τιμωρία».

Στα 345 βολτ ο «μαθητευόμενος» τραντάζεται ολόκληρος, ουρλιάζει και χάνει τις αισθήσεις του. Ο «δάσκαλος», ιδρωμένος και με τα χέρια του να τρέμουν, κοιτάει τον πειραματιστή. «Μην ανησυχείτε», λέει εκείνος, «το πείραμα είναι απολύτως ελεγχόμενο... Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό». «Μα είναι λιπόθυμος», λέει ο «δάσκαλος». «Δεν έχει καμιά σημασία. Το πείραμα πρέπει να ολοκληρωθεί. Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό». Πόσοι από τους εθελοντές έφτασαν ως τον τελευταίο μοχλό;

Πριν την έναρξη του πειράματος, οι εμπλεκόμενοι είχαν ερωτηθεί, αν θα έφταναν μέχρι το τέλος το πείραμα. Αν δηλαδή θα τραβούσαν το μοχλό, μέχρι το τελικό και ίσως θανατηφόρο χτύπημα.

Όλοι απάντησαν αρνητικά. Κανείς δεν θα έφτανε στο τελευταίο και κρίσιμο χτύπημα.

Η πραγματικότητα ήταν άλλη όμως. Το 65% των συμμετεχόντων τράβηξε το μοχλό, ακόμα και όταν είχε λιποθυμήσει ο εθελοντής που είχε δεθεί. Το 95% δεν τον ένοιαζε που λιποθύμησε.

Η ανάλυση του πειράματος:

Το πείραμα ήταν σκηνοθετημένο. Ο «μαθητευόμενος» δεν ήταν φοιτητής, αλλά ηθοποιός, που είχε προσληφθεί από το Μίλγκραμ για αυτόν ακριβώς το «ρόλο».
Δεν υπήρχε ηλεκτρισμός ούτε ηλεκτροσόκ. Ο ηθοποιός υποκρινόταν.
Το μοναδικό πειραματόζωο ήταν ο «δάσκαλος».
 
Όμως τα αποτελέσματα ήταν αληθινά: Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων θα υπακούσει και θα βασανίσει, ίσως και θα σκοτώσει- έναν άγνωστο του, αρκεί να δέχεται εντολές από κάποιον με κύρος (στην προκειμένη περίπτωση επιστημονικό) και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι δεν τον βαρύνει η ευθύνη για ό,τι συμβεί, αφού εκείνος «απλά ακολουθούσε τις διαταγές».
 
Και φυσικά οι περισσότεροι από εμάς θα σκεφτούν όταν μάθουν για αυτό το πείραμα: «Εγώ αποκλείεται να έφτανα ως τον τελευταίο μοχλό».

Έτσι ο Μίλιγκραμ απέδειξε, ότι όλοι είναι ικανοί για το χειρότερο έγκλημα αρκεί να έχει άλλος την ευθύνη. 

Το πείραμα ήταν τόσο επιδραστικό, που όσοι τράβηξαν το τελικό μοχλό και ''θανατηφόρο'', μέχρι και το τέλος της ζωής τους, ένιωθαν τύψεις και δεν συγχώρεσαν ποτέ τον εαυτό τους.